Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ της Ελένης Στασινού- κείμενο παρουσίασης Κυπαρρισία 12.7.2014

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ
Ο 19ος αιώνας θεωρείται ο αιώνας της ολοκλήρωσης των εθνικών κρατών στην Ευρώπη και των αντίστοιχων απελευθερωτικών ή ενωτικών κινημάτων. Εδώ, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε αυτά τα κινήματα κυριαρχούν, αδήλωτα πολλές φορές, τα αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη, αναδιανομή του πλούτου και της γης υπέρ των αδυνάτων, ελευθερία από τα κατάλοιπα φεουδαρχικών θεσμών του Μεσαίωνα και αντίσταση στους νέους θεσμούς του κεφαλαίου και της ανερχόμενης αστικής τάξης που συντηρούν και εντείνουν την ανισότητα και την αδικία.
Στην περίπτωση της Σικελίας των δεκαετιών του 1880 και 1890, όπου εκτυλίσσεται η μυθοπλασία του Χορού των Κρυστάλλων, φαίνεται πως η εθνική ολοκλήρωση που έχει προηγηθεί με το κίνημα του Γαριβάλδι, και έχει οδηγήσει στην ενωμένη πια Ιταλία, έχει πραγματοποιηθεί βίαια και εχθρικά προς τους Σικελούς. Στη συνείδηση του λαού έχει περάσει περισσότερο ως κατάκτηση του Νότου από το Βορρά πάρα ως ισότιμη ένωση. Η φτώχεια μεγαλώνει μαζί με την εξαθλίωση, και τα λαϊκά αιτήματα σχηματοποιούν μια καθαρά ταξική, διαρκή σύγκρουση με τους νέους δυνάστες που εκδηλώνεται μέσα από αλλεπάλληλες μαζικές διαμαρτυρίες και τοπικές εξεγέρσεις. Διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις που πνίγονται στο αίμα από τις επεμβάσεις της αστυνομίας και του στρατού.
Μέσα λοιπόν σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα παίρνουν σάρκα και οστά οι χαρακτήρες του βιβλίου και ορίζεται η δράση τους. Χαρακτήρες που είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένοι σε επίπεδο ψυχογράφησης και τόσο πειστικοί ως προς την εποχή, τον χωρό που ζουν και τους ρόλους που καλούνται να παίξουν, που ο αναγνώστης θα τους ενσωματώσει βαθιά στη συνείδησή του. Άλλους θα τους λατρέψει και άλλους θα τους μισήσει, άλλους θα τους δει με συμπάθεια και άλλους θα τους απαξιώσει, όλους όμως θα τους νιώσει σαν να τους ζει, σαν να έχει μεταφερθεί, μέσα από την πένα της Ελένης Στασινού, στην ιδιαίτερη και πολύπαθη καθημερινότητά τους.
Πρώτη ηρωίδα, με την οποία μας φέρνει σε επαφή η συγγραφέας, είναι η Λατίφα, μια νεαρή γυναίκα από την Αφρική, μια γυναίκα γεννημένη ελεύθερη, μαχητική και επιβιωτική. Μας συστήνεται μια βροχερή νύχτα, παραμονές Χριστουγέννων, σε μια ακτή της Σικελίας, όπου προσπαθεί να ξεφύγει από τους δουλέμπορους που την  καταδιώκουν. Πρόσωπο κλειδί στην εξέλιξη της ιστορίας, είναι τόσο αυτή όσο και το άλλο πρόσωπο που εμφανίζεται σε αυτές τις πρώτες σελίδες ως σωτήρας και συνάμα βίαιος εραστής, ο αξιωματικός του στρατού Ρομέο Λομπάρντι. Η Λατίφα θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει στην ευεργέτρια της δόνα Λουτσία το μωρό της, το Ρομέο ή μετέπειτα Χέρο, καρπό της βίαιης ένωσης με το Λομπάρντι και να φύγει για το Παλέρμο όπου συνεχίζεται η ιστορία μας.
Πόσα πράγματα μπορεί να πει κανείς για τον Λομπάρντι, αυτό τον απίστευτα σκληρό χαρακτήρα ανθρώπου, τον απολύτως αληθινό και δυστυχώς υπαρκτό και σήμερα. Αλλά και με βάση τον διαταραγμένο ψυχισμό του μπορεί να κατανοήσει κανείς πώς το ενωτικό κίνημα του Γαριβάλδι αποτέλεσε τη μαγιά, σε τέτοιες συνειδήσεις, του μετέπειτα ιταλικού φασισμού. Στρατοκράτης, από τους πλέον επικίνδυνους του είδους, με βαθιά ριζωμένη την αντίληψη ότι ο στρατός προστατεύει γενικά και αόριστα μια απρόσωπη κρατική πατρίδα, έχει στοχοποιήσει αυτό θα έπρεπε να υπηρετεί, το λαό, στη συγκεκριμένη περίπτωση το σικελικό λαό, βλέποντάς τον ως μια δύσοσμη μισητή μάζα, μια απεχθή πλέμπα, την οποία δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς να εξολοθρεύσει για το καλό μιας πατρίδας λίγων και ευνοημένων. Ρατσιστής, με μια έννοια που υφίσταται και σήμερα στην Ευρώπη, την έννοια του καλώς προγραμματισμένου και οργανωμένου Βόρειου που βλέπει τους Νότιους ως κατώτερο είδος πρωτόγονης κουλτούρας, πονηρούς και τεμπέληδες στους οποίους αξίζει η φτώχεια και η κρατική βία. Κακοποιημένος συστηματικά ως παιδί από έναν βάναυσο πατέρα θεωρεί τις γυναίκες είδος και όχι ανθρώπους. Τελευταία διαπίστωση ζωής του Λομπάρντι, που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου, είναι πως χρειάζεται μια παρθένα αριστοκρατικής καταγωγής για να διαιωνίσει τη στρατιωτική του γενιά και τον ακραίο εθνικισμό του.
Αυτός είναι που θα μαγευτεί από το σπάνιο και τρυφερό άνθος που μεγαλώνει προστατευμένο από την ασχήμια του έξω κόσμου στο μέγαρο των Μαρινέλι, την έφηβη αρχοντοπούλα Ροζαλία ή την παρθένα του Παλέρμο, όπως συχνά αναφέρεται, δηλαδή την κεντρική ηρωίδα του Χορού των Κρυστάλλων. Αυτήν που τελικά ανατρέποντας τον προσωπικό της πολυτελή μικρόκοσμο, μέσα από χίλιες δυο περιπέτειες σώματος και ψυχής, θα μεταμορφωθεί στο τέλος στη γυναίκα άνθρωπο, τη χειραφετημένη και απολύτως ελεύθερη, που έχει δικαίωμα και υποχρέωση να συμμετέχει στον αγώνα για να αλλάξει ο κόσμος, γιατί αυτό πάνω από όλα την κάνει άνθρωπο, άνθρωπο ελεύθερο, αυτοτελή και αυτάρκη.
Η Ροζαλία λοιπόν. Ένας ύμνος στον γυναικείο ψυχισμό οι σελίδες που αφιερώνονται στην ηρωίδα μας, μια ραψωδία που ιστορεί με τόλμη τη μετάβαση από τη παιδικότητα στην εφηβεία και από την εφηβεία στη γυναικεία ενηλικίωση και παράλληλα ένα άσμα αφιερωμένο στον έρωτα μέσα από κάθε δυνατή έκφανσή του, αυτά τα κομμάτια του βιβλίου. Λόγος και ανάπτυξη σκέψεων και συναισθημάτων τέτοιου επιπέδου, σχετικά με αυτό το κορυφαίο λογοτεχνικό θέμα, τον έρωτα, που κάτι παρόμοιο, μόνο σε κλασικούς λογοτέχνες συναντάται.
Η Ροζαλία μεγαλώνει ορφανή από μητέρα. Μεγαλώνει κάτω από την επίβλεψη της τροφού Μανταλένα με πατέρα τον Τζουζέπε Μαρινέλι, αριστοκράτη από παλιά οικογένεια του νησιού, με ιδέες προοδευτικές για την κοινωνία, την πολιτική, την ανατροφή των κοριτσιών, την αξία της μόρφωσης και τη θέση της γυναίκας, που όμως περνάει το χρόνο του χωρίς σημαντική επαφή με την κόρη του, απορροφημένος αρχικά από τη θλίψη για το χαμό της συζύγου του και αργότερα από την παρασκηνιακή εμπλοκή του στα πολιτικά πράγματα του νησιού υπέρ των φτωχών και εξεγειρόμενων συμπατριωτών του. Η Ροζαλία πλησιάζοντας στην εφηβεία και ενώ δεν έχει μάθει να κρατά αποστάσεις από το υπηρετικό προσωπικό θα ανακατευτεί με αγόρια που τη βλέπουν με πονηριά. Σωτήρας της, ένας άλλος πρωταγωνιστής και πρόσωπο κλειδί στην εξέλιξη της προσωπικότητας της, o Bιτόριο, ο γιός του πεταλωτή. Ανάμεσα στα δύο παιδιά θα αναπτυχθεί δυνατή σχέση και βαθιά αγάπη. Η σχέση θα διακοπεί όταν ο Μαρινέλι θα στείλει το Βιτόριο να σπουδάσει στη Νάπολη. Ένας αποχωρισμός που θα καταχωρηθεί στη συνείδηση της Ροζαλία ως προδοσία.
Ο Βιτόριο είναι ο γνήσιος τύπος του μορφωμένου επαναστάτη καθοδηγητή, του βαθιά συνειδητοποιημένου αγωνιστή, κυρίως όμως του συνετού ανθρωπιστή που βάζει πάντα και πάνω από όλα το κοινό καλό, τα πανανθρώπινα ιδανικά του και το δίκαιο. Μάχεται για να καλυτερεύσουν οι συνθήκες που ζει ο κάθε συνάνθρωπος χωρίς να φοβάται το θάνατο ή τη φυλακή. Αυτή άλλωστε η τόλμη είναι που του κοστίζει δύο τραυματισμούς. Ωστόσο καταδικάζει την περιττή βία και την υπερβολική αντίδραση, εκείνην που εξομοιώνει το θύμα με το θύτη, άλλα πάντα δίνει το παρόν σε κάθε μορφή αγώνα ως ψύχραιμος σύμβουλος και μαχητικός συντονιστής. Ο έρωτας του για τη Ροζαλία άσβεστος, με την επιστροφή όμως στο Παλέρμο θα μπει στην άκρη, αφού θα τον απορροφήσει η πολιτική δράση, μέχρι η μοίρα να διασταυρώσει ξανά τους δρόμους τους για να συντελέσει και αυτός στην απελευθέρωση της Ροζαλίας από τα δεσμά κατεστημένων αντιλήψεων ενός καταπιεστικού για τις γυναίκες κόσμου.
Η μετάβαση της Ροζαλία από τη φάση του κοριτσιού σε κείνην της γυναίκας θα ξεκινήσει με τους υπνοβατικούς περιπάτους της Ροζαλίας στις στέγες του μεγάρου των Μαρινέλι, γεγονός που θα φέρει σε αμηχανία και αναστάτωση αρχικά τη Μανταλένα και μετά, έναν έναν, όλους όσους την αγαπάνε, τον πατέρα της και φυσικά το νονό της, και πολύ σημαντικό χαρακτήρα του βιβλίου, γιατρό Παλατσάρι. Αυτό το απρόσμενο παράδοξο θα σταθεί αφορμή να μπει στη ζωή της Ροζαλία η Λατίφα, ως φίλη και προσωπική υπηρέτρια. Ο δεσμός που θα  αναπτυχθεί ανάμεσα τους θα αποτελέσει τη πρώτη φάση της μύησης της Ροζαλίας στη ζωή, τον έρωτα και τον έξω από τους τοίχους του μεγάρου πραγματικό κόσμο. Δυστυχώς όμως, αυτές οι νυχτερινές ακροβασίες της Ροζαλίας, ήδη θα την έχουν φέρει στο κέντρο των αρρωστημένων συναισθημάτων του Λομπάρντι. Στο πρόσωπό της θα βλέπει πότε ένα τρόπαιο που θέλει να κατασπαράξει, πότε το μέσο ταπείνωσης του πατέρα της και πότε την ιδανική παρθένα που θα διαιωνίσει τη γενιά του.
Από κει και μετά, τα μαθήματα ζωής προς τη Ροζαλία, αλλά και οι πολιτικές εξελίξεις, θα κυλάνε με γρήγορους ρυθμούς και αλλεπάλληλα συνταρακτικά γεγονότα, προσωπικά και πολιτικά, δοσμένα μέσα από χειμαρρώδη λόγο και έναν καταιγιστικό τρόπο γραφής, ο οποίος παρασύρει τον αναγνώστη βαθιά στα πελάγη μιας υπαρξιακής και κοινωνικής περιπέτειας που έχει ήδη στήσει καλά τους ιστούς της γύρω από τους ήρωες. Στην εξέλιξη αυτής της περιπέτειας η Ροζαλία θα ερωτευτεί το Λομπάρντι, μη γνωρίζοντας τον αληθινό του χαρακτήρα, θα ερωτευτεί τη μορφή του και τους τρόπους του, κι ό,τι υπόσχεται μια ζωή στο πλάι του. Θα τον κάνει ερωτικό υποκείμενο των φαντασιώσεών της αναμειγνύοντας παράξενα τη μορφή του Λομπάρντι με το σώμα του Βιτόριο, εκείνες τις στιγμές. Αφετηρία θα σταθεί η κρυφή επίσκεψη στο λιμάνι, τον κατεξοχήν τόπο της αληθινής ζωής και της αμαρτίας, η πρώτη επαφή εκεί με μια μαζική διαμαρτυρία αλλά και τον Λομπάρντι, ως σωτήρα της Ροζαλίας από κάποιον παρακρατικό εγκάθετο. Ακολουθεί η συνάντηση με τον Βιτόριο και ο πρώτος τραυματισμός του επαναστάτη ήρωα μας, κι ακόμα η πρώτη επαφή της Λατίφα με το χαμένο της γιο.
Για αυτόν αξίζει να ειπωθεί πως είναι ένας πολύ ξεχωριστός και σημαντικός χαρακτήρας του βιβλίου. Ο Ρομέο ή Χέρο θα θυμίσει ίσως στον αναγνώστη τον Γαβριά από τους Άθλιους, αλλά στη συνέχεια ο αναγνώστης θα καταλάβει πως είναι ένας χαρακτήρας πολύ περισσότερο αναλυμένος ιδεολογικά, απόλυτα συνειδητοποιημένος, με στόχους, όραμα και αρχές. Επάξιος φίλος του Βιτόριο, παρά τη διαφορά ηλικίας, συχνά θα παίξει το ρόλο του από μηχανής θεού και κάποια στιγμή του δίκαιου τιμωρού όταν θα παραδώσει στο εξεγερμένο γυναικείο πλήθος, ύστερα από τα αιματηρά γεγονότα του Καλταβουτούρο, τον Ντιέγκο  Ορσίνι σύμβολο της καταπίεσης για την εκεί κοινότητα, φίλο του Λομπάρντι και δολοφόνο της συζύγου του Λουτσία, που είχε πάρει υπό την προστασία της τη Λατίφα και μετά το μικρό Ρομέο. Τέλος, είναι αυτός που θα εμποδίσει τη δολοφονία του Βιτόριο. Μια πολύ όμορφη και συγκινητική στιγμή του Ρομέο, αν και σύντομη, είναι η αλληλοαναγνώριση και επανασύνδεση με τη μητέρα του Λατίφα, έξω από το σπίτι του γιατρού.
Ένα άλλο πάλι πρόσωπο που τραβά έντονα την προσοχή του αναγνώστη είναι ο φίλος του Λομπάρντι, Σιλβέστρο Μπράντζι, στρατιωτικός των μυστικών υπηρεσιών που βοηθά παρασκηνιακά, με διάφορα τεχνάσματα, να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες του φίλου του, ωστόσο, απορώντας συχνά με τη νοσηρότητά τους. Ένας τύπος που θυμίζει, όπως και πολλοί άλλοι, χαρακτήρα από μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι.
Δεν θα σταθούμε όμως περισσότερο στους χαρακτήρες ενός εντυπωσιακά πολυπρόσωπου βιβλιού. Είναι πάντοτε πολυσχιδείς, άσχετα με την έκταση που κατέχουν στο κείμενο, και τόσο αληθινοί, σε σημείο να οδηγείται ο αναγνώστης στη διαπίστωση πως η συγγραφέας, με την έρευνά της, όχι μόνο σπούδασε λεπτομερώς τον χώρο και την εποχή, αλλά και ενσωμάτωσε στη γραφή της την λαϊκή κουλτούρα, τα ήθη, τη νοοτροπία, τα συναισθήματα και τις αυθεντικές αντιδράσεις εκείνων των ανθρώπων, σαν να είχε με κάποιο μυστηριακό τρόπο ζήσει μαζί τους.
Άλλωστε αυτοί οι καλά δομημένοι χαρακτήρες είναι που οδηγούν τα γεγονότα σε μια επιταχυνόμενη κορύφωση της μυθοπλασίας. Γεγονότα δοσμένα με καθηλωτική ευκρίνεια, όπου η εσωτερική και εξωτερική δράση εναλλάσσονται ισόρροπα, έτσι ώστε να μην αφήνουν κενά στον αναγνώστη, αλλά τον βοηθούν να καταλάβει τις αιτιακές σχέσεις των γεγονότων, στήνοντας παράλληλα μια εξαιρετική πλοκή. Ενδεικτικά λοιπόν αξίζει να αναφερθούν ως σημαντικά κομμάτια της κορύφωσης η χοροεσπερίδα στο μέγαρο των Μαρινέλι, όπου θα καταλήξει στον αρραβώνα της Ροζαλία με τον Λομπάρντι, ο γάμος, αλλά και εκείνη η πολλά υποσχόμενη, και τελικά εφιαλτική, πρώτη νύχτα, όπου καταδεικνύεται η πιο αποτρόπαια όψη της γυναικείας κακοποίησης. Θα ακολουθήσει μια ταπεινωτική τελετή ευγονίας και η απόδραση μακριά από το υποκείμενο του χειρότερου τρόμου της ηρωίδας. Ωστόσο η σκηνή που μένει χαρακτηριστικά στο νου είναι η τελευταία, όπου η μεταμορφωμένη σε ελεύθερο άτομο πια Ροζαλία περπατά ανάμεσα στους νεκρούς της πλατείας του δημαρχείου, μετά από τη βίαιη καταστολή της μεγαλύτερης συγκέντρωσης διαμαρτυρίας που έχει λάβει χώρα ως εκείνη τη στιγμή.
Κλείνοντας, έχω να πω πως ο Χορός των Κρυστάλλων, μέσα από το πολύπλευρο των προσεγγίσεων και των θεμάτων που αγγίζει είναι ένα μυθιστόρημα διαχρονικό και επίκαιρο με εύκολα αντιληπτές τις αναλογίες του τότε με το σήμερα. Ικανοποιεί και συναρπάζει τόσο το μέσο όσο και τον απαιτητικό αναγνώστη και τον κάνει να αισθάνεται πως έγινε συνταξιδιώτης σε μια ιστορική μυθοπλασία που ωστόσο είναι βαθιά ερωτική και απολύτως ανθρώπινη. Σαν αδιαπραγμάτευτη, μέσω του λόγου, αγωνίστρια του δικαίου, η Ελένη Στασινού, με το Χορό των Κρυστάλλων, μας προσφέρει μια ακόμα κατάθεση ψυχής σε ένα διαχρονικό πεδίο μάχης που γνωρίζει καλά. Αυτό άλλωστε είναι και το συγγραφικό στίγμα της Ελένης Στασινού στη μεγάλη και μακρά πορεία του έργου της, η αγωνία και ο αγώνας για τη γυναίκα, για τον άνθρωπο. Καλή συνέχεια Ελένη!
                                                                                                                                                            Φώτης Κατσιμπούρης

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Συνέντευξη στη συγγραφέα και δημοσιογράφο Ρίκη Ματαλλιωτάκη με θέμα το βιβλίο μου " Ο Όρκος "

http://cretablog.gr/synenteykseis/item/41939-fotis-katsimpoyris-o-orkos-akouses-kostantine-mou-ti-lene-ta-poulakia-pos-perpatoyn-oi-zontanoi-me-tous-apetham

Ρίκη Ματαλλιωτάκη:

Το να συναντάς ξαφνικά ένα δημοτικό τραγούδι, όπως το τραγούδι του ''Του Νεκρού Αδερφού'' να έχει εμπνεύσει ένα δημιουργό και να το έχει μετατρέψει σε βιβλίο, είναι σαν να βαδίζεις σε μια άνυδρη έρημο και ξάφνου να  συναντάς μια όαση.
Προσωπικά εγώ, μέσα στην πληθώρα των ανούσιων "δημιουργημάτων που μας κατακλύζουν, έτσι εξέλαβα την ανάγνωση του βιβλίου του Φώτη Κατσιμπούρη ο "Ορκος" το οποίο είναι μια απόδοση μυθιστορηματικής αναδημιουργίας της παραλογής ''Του Νεκρού Αδερφού' και διαδραματίζεται στη μεσαιωνική Νικόπολη της Ηπείρου, τον 9ο αι. μ.Χ. Σε μια εποχή θεοκρατίας, συγκρούσεων και ακλόνητων κοινωνικών στερεοτύπων που οι ιστορικοί έχουν ονομάσει εποχή των σκοτεινών χρόνων, δύο αδέρφια, η Αρετή και ο Κωσταντής, τολμούν να ονειρεύονται...
Αν κι εσείς λοιπόν τολμάτε να ονειρεύεστε, μα και συγχρόνως να διδάσκεστε, διαβάστε το...

Η συνέντευξη:

Ομολογώ ότι επειδή έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στο ιστορικό μυθιστόρημα, είμαι και λιγο αυστηρος κριτής του, πρέπει όμως επίσης να ομολογήσω ότι το δικό σας με συνεπήρε και κυριολεκτικά το ρούφηξα. Δικαιούμαι λοιπόν να ρωτήσω μερικά πράγματα. Και ξεκινώ: Πως σας ήρθε αλήθεια η ιδέα να μετατρέψετε ένα δημοτικό τραγούδι σε μυθιστόρημα;

Η παραλογή Του Νεκρού Αδερφού, επειδή, πέρα από τα έντονα συναισθήματα που προκαλεί, ενέχει μεταφυσική και υπέρβαση του θανάτου, με είχε συναρπάσει από την εποχή που τη γνώρισα ως σχολικό ανάγνωσμα. Θεώρησα λοιπόν πως πρόσφερε ένα πλήθος από ερεθίσματα για μυθοπλαστική ανάπτυξη. Κυρίως, ήταν το πολύ ιδιαίτερο φαντασιακό επίπεδο στο οποίο κινείται, το ανακάλεσμα ενός ανθρώπου που έχει φύγει από τη ζωή με σκοπό την εκπλήρωση ενός όρκου και μέσα από αυτό η περιγραφή της ειδικής σχέσης μεταξύ των προσώπων: μάνας - κόρης και γιού-μάνας, σχέσεις πίστης και αφοσίωσης που μπορεί να χαρακτηρίζουν ακόμα και σήμερα την οικογένεια. Τελικά, η πορεία της συγγραφής βαθμηδόν γινόταν μια ξεχωριστή βιωματική εμπειρία όπου συχνά χανόμουν μέσα της. Ταυτόχρονα έπρεπε να τοποθετηθεί σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Η ιστορία του Νεκρού Αδερφού είναι ένας θρύλος γνωστός, με διάφορες παραλλαγές, σε όλους τους βαλκανικούς λαούς και είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί η αρχική προέλευσή του. Κοινό στοιχείο είναι η μετά θάνατο έγερση του κεντρικού ήρωα κι αυτό είναι που την κάνει να περιέχει μυστήριο και εκμάγευση, ενώ ο θάνατος όλων των μελών της οικογένειας σε συνδυασμό με το παραπάνω, δίνει πάντοτε την ανάμεικτη αίσθηση θλίψης και φόβου, την αίσθηση μιας σκοτεινής ιστορίας. Το παράξενο είναι ότι η παραλογή παραπέμπει σε γοτθική ιστορία κάποιας χώρας του Βορρά, αν και είναι μια ιστορία της ευρύτερης περιοχής μας. Έτσι, ο 9ος αιώνας, τελευταία περίοδος εικονομαχίας, μέρος της εποχής των Σκοτεινών Χρόνων, αποτέλεσε το κατάλληλο ιστορικό πλαίσιο και ίσως είναι η εποχή της γέννησης του σχετικού θρύλου.

Δεν είναι παρακινδυνευμένο κάτι τέτοιο; Έχει λεπτή ισορροπία η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος, έτσι δεν είναι;

Φυσικά και είναι παρακινδυνευμένο. Από τη μια υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί το κυρίαρχο στοιχείο της παραλογής που είναι η δύναμη του όρκου του Κωνσταντή στη μητέρα του και η βασική αίσθηση που αφήνει στον αναγνώστη και από την άλλη να περιοριστεί η αφήγηση στο αυστηρό πλαίσιο της γνωστής ιστορίας, όπως αποτυπώνεται στους στίχους του τραγουδιού. Στη μια περίπτωση θα ήταν μια φλύαρη ασεβής αφήγηση όπου θα είχε χαθεί το κυρίαρχο στοιχείο της παραλογής και στην άλλη η μυθοπλασία θα ήταν άγονη, μια απλή μεταγραφή σε πεζό λόγο. Τώρα σχετικά με τη λεπτή ισορροπία του ιστορικού μυθιστορήματος έχω να πω πως πράγματι είναι μια από τις πιο δύσκολες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει ένας συγγραφέας. Σίγουρα δεν φτάνει τα πρόσωπα, οι δράσεις τους, οι κοινωνικές και προσωπικές καταστάσεις στις οποίες θα μπλεχτούν, να "ντυθούν" τα ρούχα παλιάς εποχής. Κάθε περίοδος είναι ένας ιδιαίτερος και τελικά ανεπανάληπτος στις λεπτομέρειες του κόσμος, με το δικό του πολιτισμό, τη δική του καθημερινή κουλτούρα στις συνήθειες και στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Το δυσκολότερο είναι να προσεγγίσει ο συγγραφέας τον ιδιαίτερο ατομικό και μαζικό ψυχισμό των ανθρώπων μιας ορισμένης ιστορικής περιόδου, να τον κατανοήσει και μετά να αναδημιουργήσει πειστικά εκείνο το κομμάτι του παρελθόντος που επέλεξε να αφηγηθεί στις σελίδες του.

Πόσο χρόνο σας πήρε μέχρι να το τελειώσετε;

Η συγγραφή κράτησε περίπου δυο χρόνια και πριν από αυτή, καθώς με απασχολούσε από παλιά ως ένα πιθανό θέμα, συνέλεγα πληροφορίες που αφορούσαν στη σχετική πραγματολογική έρευνα. Εξάλλου στον Όρκο, όπως διαπιστώσατε, υπάρχει εμπλοκή ανθρώπων διαφορετικών και μακρινών, για εκείνη την εποχή, μεταξύ τους περιοχών και ιστορικών δρώμενων: από το βυζαντινή Νικόπολη και τις αραβικές επιδρομές ως τη Σκανδιναβία των Βίκινγκς και τους Βάραγγους μισθοφόρους που υπηρετούσαν στο βυζαντινό στρατό. Επίσης υπάρχουν οι διαπολιτισμικές αναφορές που έκρινα αναγκαίες να συνδυάσω και να παραθέσω για την εξέλιξη της πλοκής, όπως η Αχερουσία λίμνη ως πύλη του Κάτω Κόσμου και ο θρύλος του βασιλιά Αρθούρου ως παραμύθι αφηγούμενο από τα χείλη της βάβως και η τύχη ενός από τους ιππότες της Αναζήτησης.

Στοίχειωσαν μέσα σας τα πρόσωπα του Κωσταντή και της Αρετής; Εγώ πάντως διαβάζοντας το, τους ένιωθα να με ακουμπούν... μερικές φορες, οφείλω να το πω, τρόμαξα κιόλας.

Χαίρομαι που τα καμώματα τους έγιναν αφορμή για μια περίπου βιωματική εμπειρία. Αυτό άλλωστε, όπως καλά γνωρίζετε, καλύτερα από μένα, είναι το επιδιωκόμενο για το συγγραφέα. Το στοίχειωμα ήταν αναπόφευκτο και ζητούμενο, προκειμένου οι δύο αυτοί βασικοί ήρωες να "γεννήσουν" τις ιδιαίτερες δράσεις τους, τις επιλογές και τις αποφάσεις τους. Κάποτε κάποτε είχα την αίσθηση ότι ανέπνεα μέσα από αυτούς, ότι φοβόμουν αυτό που τους φόβιζε και ότι προσδοκούσα αυτό το οποίο ονειρεύονταν ή έλπιζαν. Παρόλο που, ακολουθώντας ως ένα βαθμό τους στίχους της παραλογής, είχα έναν δεδομένο αφηγηματικό κορμό, συχνά είχα την αίσθηση ότι βάδιζα στα άγνωστα εδάφη ενός πρωτόγνωρου κόσμου, ενός κόσμου όπου το πραγματικό και το φανταστικό εμπλέκονταν και αλληλεπιδρούσαν παράξενα, προκαλώντας συναισθήματα δέους, αγωνίας, στοργής και πάθους κάποιες φορές, τόσο στους ήρωες όσο και σε μένα.

 Απο που αντλήσατε τις πληροφορίες για μια τόσο σκοτεινή εποχή όσο η εποχή που εκτυλίσσετε το έργο σας;

Η σχετική βιβλιογραφία προέρχεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, από τον Δ. Ζακυνθινό, τον Βασίλιεφ και άλλους, σε ό,τι αφορά στο ιστορικό κομμάτι. Επίσης οι εκδοχές της παραλογής άλλων βαλκανικών λαών, η σκανδιναβική μυθολογία και σχετικοί θρύλοι εκείνης της εποχής σε Ανατολή και Δύση.

Πιστεύετε ότι αποδώσατε αυτό που πραγματικά είχατε στο μυαλό σας ή μήπως αν το γράφατε ξανά θα διορθώνατε κάποια πράγματα;

Πιστεύω πως κάθε μυθοπλασία είναι ημιτελής και αν συνέβαινε να ξαναγραφτεί ο Όρκος, κάποια στιγμή στο μέλλον, θα περιείχε διαφορετικά πράγματα και σίγουρα θα έκρινα ότι κάποια σημεία χρειάζονται διόρθωση, αλλαγή ή εκτεταμένη αναδόμηση. Η περίοδος που συγγράφεται ένα βιβλίο είναι ταυτόχρονα περίοδος της ζωής του συγγραφέα, μια φάση που έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, αυτά με έναν έμμεσο τρόπο περνούν και στο προϊόν της γραφής. Σε μια επόμενη φάση, καθώς αλλάζουμε, ωριμάζουμε ή αναθεωρούμε οπτική, προσανατολισμούς και επιθυμίες, το αποτέλεσμα στο χαρτί θα ήταν κάπως διαφορετικό ή πολύ διαφορετικό. Από την άλλη ό,τι τελειώνει, κλείνεται μέσα στις σελίδες του και δύσκολα θα έμπαινα στη διαδικασία να το ξαναπειράξω εκτός αν υπάρξουν ιδιαίτεροι προσωπικοί λόγοι, κάποιοι ανοιχτοί λογαριασμοί με μένα που δεν έκλεισαν με το τέλος του βιβλίου. Και πάλι όμως το πιο πιθανό είναι αυτοί οι ανοιχτοί λογαριασμοί να πάρουν τη μορφή ενός νέου βιβλίου, να απαιτήσουν το ξεκαθάρισμα μέσα από μια καινούρια και άφθαρτη νοητικά και συναισθηματικά μυθοπλασία.

Τι καταλάβατε από την πορεία του "ΟΡΚΟΥ", έχουν πέραση τέτοιου είδους βιβλία η τα πλακώνουν τα άλλα, τα λεγόμενα εμπορικά;

Υπάρχει μια ανταπόκριση αλλά μέσα σε μια πληθώρα άλλων, ανάμεσα σε αυτά και αυτά που αναφέρατε, και σε μια δύσκολη και περιορισμένη αγορά, όπως αυτή του βιβλίου, είναι δύσκολο να βρουν τη θέση που θα τους έπρεπε. Επίσης είναι δύσκολο ακόμα και να συναντήσουν τους δικούς τους αναγνώστες, εκείνους που θα συναρπάζονταν από τη μυθιστορηματική αναδημιουργία ενός θρύλου ή εκείνων που γοητεύονται από ιστορίες ασυνήθιστες, δε θα πω δύσκολες ή δύσληπτες, ποιοτικές ή μη ποιοτικές, αλλά ιστορίες που ξεφεύγουν από μια συγγραφική πεπατημένη.

Θα τολμούσατε ξανά το ίδιο εγχείρημα με κάτι άλλο από τη παράδοση του τόπου μας;

Φυσικά και θα το ξαναέκανα. Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία που θα ήθελα να ζήσω και στο μέλλον. Υπάρχει κάτι στο νου μου σχετικό με ακριτικό έπος άλλα ακόμα δεν έχω κατασταλάξει. Αυτό βέβαια θα περιμένει καθώς δεν βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητες, στις ιδέες που θέλουν να βρουν διέξοδο στο χαρτί στο επόμενο διάστημα.

Η σημερινή κατάντια της χώρας μας σας εμπνέει;

Νομίζω πως θα έπρεπε να δίνει αφορμές για σκέψη, κριτική και έκφραση σε κάθε συγγραφέα. Έχει αποτυπωθεί, σε έναν κάποιο βαθμό, στο επόμενο, μετά τον Όρκο, μυθιστόρημά μου και υπάρχει συνέχεια σε δύο ακόμα που δεν έχουν εκδοθεί. Το ερώτημα είναι αν οι εκδότες θέλουν να εκδίδουν αλλά και οι αναγνώστες αν θέλουν να διαβάζουν, σχετικούς προβληματισμούς και απόψεις, δοσμένες είτε μέσα από μυθιστορήματα είτε μέσα από δοκίμια. Είναι ένα αντιφατικό γνώρισμα της εποχής μας: η αποστασιοποίηση των δημιουργών, με εξαιρέσεις πάντοτε, από την κοινωνική πραγματικότητα. Στην καλύτερη περίπτωση περιορίζεται σε μια αναιμική διαμαρτυρία που εξαντλείται σε σύντομα σχόλια συμπαράστασης. Άλλες φορές κάποιοι επιλέγουν να αρθρώνουν λόγους ενοχοποίησης ενός ολόκληρου λαού. Μάλλον αμηχανία το ονομάζω όλο αυτό, αδυναμία διατύπωσης ερωτήσεων σχετικά με αυτό που συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα άλλα και παγκόσμια. Εξάλλου πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί λαϊκιστής, γραφικός, βαλκάνιος, συνομωσιολόγος ή εχθρός της προόδου όποιος καταπιαστεί με αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας άλλα αυτά που θα πει δεν συμπλέουν με συστημικές απόψεις.

Η τελευταία λέξη δικιά σας

Το μόνο που θα ΄θελα να προσθέσω είναι να ευχηθώ η δύναμη που ενέπνευσε τον Κωνσταντή να κάνει μια αδιανόητη υπέρβαση, να γίνει μια υγιής νόσος συνειδήσεων σε μια εποχή που τέτοιες αδιανόητες υπερβάσεις είναι αναγκαίες ως στάση απέναντι σε αυτό που περνάει η χώρα μας σήμερα.

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

"Έρωτας στον Καθρέφτη" της Ευρυδίκης Αμανατίδου



   Πόσες παραδοχές και πόσες αρνήσεις απέναντι στον εαυτό μας περιέχει ένας  έρωτας στο ξεκίνημα και στην εξέλιξή του; Πόσο αποδεκτό πόνο κρύβει στο τέλος, όταν αυτό το τέλος διαφαίνεται κοντινό και βέβαιο από την αρχή; Και άραγε, είναι ο έρωτας το πάντοτε επιθυμητό ρήγμα στην καθημερινή πραγματικότητα που δυναμώνει την επιθυμία μας για ζωή;
   Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που θα κυλήσουν αβίαστα στις σκέψεις του αναγνώστη  διαβάζοντας το μυθιστόρημα "Έρωτας στον Καθρέφτη" της δοκιμασμένης σε δύσκολα λογοτεχνικά πεδία συγγραφέως Ευρυδίκης Αμανατίδου.
   Φυσικά, θα απασχολήσει τον αναγνώστη και το νόημα του αινιγματικού τίτλου που θα αρχίσει να γίνεται κατανοητό όταν θα ξεδιπλωθεί, με αριστοτεχνικό τρόπο και κατάλληλες, ισόρροπες δόσεις, μια δευτερογενής μυθοπλασία μέσα στη βασική.  
   Η βασική μυθοπλασία έχει ήρωες την σαραντάχρονη θεατρική συγγραφέα Αριάδνη Αργυρού και τον είκοσι τριών ετών φοιτητή Θεολογίας και επίδοξο μυθιστοριογράφο Πέτρο Βαρλάμη. Η Αριάδνη, έχοντας φτάσει στο απόγειο της επιτυχίας, είναι αναγκασμένη, στο πλαίσιο κοινωνικών και επαγγελματικών συμβάσεων που επιβάλλει η θέση της, να ζει μια ζωή που την κουράζει και αποστρέφεται. Στο πλάι της, ήδη βρίσκεται ένας σύντροφος με τον οποίο δεν την συνδέει πια τίποτε και παίζει το ρόλο του απαραίτητου συνοδού, όταν πρόκειται να πραγματοποιήσει μια δημόσια εμφάνιση. Αποτέλεσμα είναι η συγκυριακή δυσκολία να δημιουργήσει, να εκφραστεί πάλι μέσα από τα γραπτά της και με αυτόν τον τρόπο να συμφιλιωθεί πάλι με τον εαυτό της και τη ζωή. Δείγμα της αποξένωσης από τον εαυτό της είναι μια δυστροπία ή ιδιορρυθμία στις σχέσεις με τους άλλους που τη διακατέχει εκείνη την περίοδο. Το ερωτικό δέσιμο ανάμεσα σε κείνην και τον Πέτρο θα αναπτυχθεί σταδιακά με αφορμή τα ανώνυμα κείμενα του τελευταίου στην πόρτα της Αριάδνης, τα οποία συνοδεύονται πάντοτε από ένα λευκό τριαντάφυλλο. Κείμενα που δεν είναι παρά αποσπάσματα του πρώτου μυθιστορήματος που αποπειράται να γράψει ο Πέτρος.
   Έτσι, από κει και μετά, το βιβλίο θα κινηθεί σε δύο επάλληλους χρόνους. Ο ένας συνίσταται στον αφηγηματικό κορμό του Έρωτα στον Καθρέφτη και ο άλλος παρουσιάζεται ως μια εγκιβωτισμένη αποσπασματική αφήγηση που δίνεται από τη γραφή του Πέτρου. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτος είναι κι ένας τρίτος, πολύ μικρότερος σε έκταση, επικουρικός χρόνος, ο ονειροφαντασιωτικός χρόνος της Αριάδνης και του Πέτρου, που ταξιδεύει ισάξια τον αναγνώστη και αποτυπώνει με ένταση και αισθησιασμό το ανερχόμενο πάθος, ανομολόγητο αρχικά, του καθενός για τον άλλον.
  Η εμπεριεχόμενη μυθοπλασία, αυτή της γραφής του Πέτρου, θα προσφέρει σταδιακά στον αναγνώστη και τη δυνατότητα ερμηνείας του τίτλου "Έρωτας στον Καθρέφτη".  Με ήρωες  τον εικαστικό καλλιτέχνη Ιάσονα και τη Γλαύκη, μια τυφλή πανέμορφη κοπέλα, θα αποτελέσει τον καθρέφτη της βασικής μυθοπλασίας, όπου ο Ιάσονας και η Γλαύκη δίνουν την εντύπωση πως είναι τα αντεστραμμένα ή καθρεπτικά είδωλα των ήδη γνωστών ηρώων, Αριάδνης και Πέτρου. Προσωπικά, και πέρα από τις προφανείς αντιστοιχίσεις, συχνά αναρωτήθηκα, και ιδιαίτερα στο τέλος, ποιος τελικά είναι το καθρέφτισμα τίνος, καθώς η γραφή της Ευρυδίκης Αμανατίδου εγείρει υποθέσεις και ανατροπές υποθέσεων μέχρι την τελευταία σελίδα, δίνοντας και μετά το τέλος της ανάγνωσης τροφή για γόνιμες, ανεξάρτητες προεκτάσεις του αναγνώστη με αφορμή τα όσα διάβασε.
   Καθόλου εύκολη η εξέλιξη της σχέσης Αριάδνης και Πέτρου. Μέχρι να καταλήξει σε έναν αμοιβαία γνωστοποιημένο και εκπληρωμένο, εν τέλει, έρωτα, θα περάσει από χίλιες δυο δυσκολίες, συγκρούσεις και πισωγυρίσματα. Μια σειρά από αναστολές και φραγμούς που κυρίως οφείλονται στη διαφορά ηλικίας, ένα ισχυρό ανάχωμα στη συνείδηση της ηρωίδας, αλλά και κάποιες φορές στη διαφορά της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής κατάστασης. Συνδετικός κρίκος μεταξύ τους, εκείνες τις δύσκολες στιγμές, τα κείμενα του Πέτρου άλλα και σαν από μηχανής θεός, κάποτε, η Κική, μια απλή καθημερινή γυναίκα και πραγματική φίλη της Αριάδνης.
    Καταλυτικός κι ο ρόλος, στην κατεύθυνση της εκπλήρωσης, του Αουγκούστο Μόντι, του ώριμου, γοητευτικού και σίγουρου για τον εαυτό του, Ιταλού θεατρικού συγγραφέα που θα προτρέψει τη ηρωίδα να ακολουθήσει το συναίσθημα χωρίς φόβο και αναστολές. Μεγάλο και άξιο νικητή θα τολμούσα να χαρακτηρίσω τον τελευταίο. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθούν οι εκπληκτικές περιγραφές των τοπίων της Ίσκια, νησιωτικού τουριστικού θερέτρου στην Ιταλία , όπου η Αριάδνη θα βρεθεί φιλοξενούμενη του Ιταλού συναδέλφου της, όπως και της εν πλω παρέλασης μεταμφιεσμένων στη διάρκεια της τοπικής γιορτής της Αγίας Άννας. Σε όλες αυτές τις περιγραφές η Ευρυδίκη Αμανατίδου δίνει μια θαυμαστή οπτική περιηγητή  στον αναγνώστη που έχει τη αίσθηση ότι έχει ταξιδέψει και βρίσκεται στην Ίσκια.  
   Φυσικά, ο αναγνώστης είναι ήδη συμμέτοχος των καταστάσεων και των συναισθημάτων που βασανίζουν, χαροποιούν, διχάζουν, διαγείρουν ή λυτρώνουν τους ήρωες μας και αυτό κορυφώνεται στο τέλος, τόσο στη μια μυθοπλασία όσο και στην άλλη. Οι δαίμονες και οι άγγελοι της Αριάδνης, του Πέτρου, του Ιάσονα και της Γλαύκης παρελαύνουν είτε υπό μορφή εσωτερικού μονολόγου είτε διαλόγου με εξαιρετική ενάργεια αλλά και τέτοια ένταση που κάποιες φορές θα κάνουν τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν στο τέλος θα υπάρξει λύτρωση. Και είναι αυτή η καταληκτήρια δράση που φέρνει τη γαλήνη, και στις δυο περιπτώσεις μυθοπλασίας, τόσο επιδέξια δοσμένη, που κάνει τον αναγνώστη συναποδέκτη αυτής της λύτρωσης.
   Δεν έχω παρά να συγχαρώ θερμά την Ευρυδίκη Αμανατίδου  για τις στιγμές που μου πρόσφερε η ανάγνωση του Έρωτα στον Καθρέφτη, τα συναισθήματα, τις αφορμές για σκέψη και εσωτερική αναπόληση ενός συστατικού και κινητήριου στοιχείου στη ζωή του καθενός που είναι ο έρωτας. Άλλωστε, όπως γράφει η συγγραφέας στο τέλος, και συμφωνώ απόλυτα, είναι ο πιο επίμονος επισκέπτης σε ώρες κοινής ησυχίας, ο πιο περιζήτητος επισκέπτης σε ώρες επιφανειακής ακινησίας της ψυχής, θα συμπλήρωνα εγώ. Καλή συνέχεια αγαπημένη μου φίλη!!!
                                                                                                                        Φώτης Κατσιμπούρης

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Αξιολόγηση του Θεόφιλου Γιαννόπουλου για τον Σκιοφύλακα, τον ευχαριστώ θερμά για την ποιητική συνοδοιπόρευση

17.3.2014
http://www.nobile.gr/3283/sta-mystika-toy-skiofylaka-toy-fwth-katsimpoyrh
ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ «ΣΚΙΟΦΥΛΑΚΑ» ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΑΤΣΙΜΠΟΥΡΗ
"…ήταν κατά σειρά το πέμπτο βράδυ που άναψα το μικρό φωτιστικό δεξιά μου και άφηνα την αγωνία μου να κατρακυλά στις μαύρες γραμμές των σελίδων.   Τούτο το βιβλίο το διάβαζα πάντα νύχτα. Γινόταν αυθόρμητα. Λες και αυτό διάλεγε τις στιγμές που θα με συναντήσει κι όχι εγώ. Σαν κάτι απ’ τη πρώτη στιγμή να όρμησε στην συνείδηση μου πείθοντάς με πως μόνο το βράδυ πρέπει ν’ ανοίγει, γιατί τότε ζωντανεύουν εντονότερα οι εικόνες.   Περίπου τέτοια στιγμή ήταν που πρωτάκουσα καρτερικά το  «Καλώς ήρθες στον Κόσμο των σκιών», απ’ τον Σκιοφύλακα.   …και στη σιωπή της ώρας εκείνης, μόνο το γύρισμα των σελίδων ακουγότανε , συνοδευμένη απ’ τους εμπιστευτικούς ψίθυρους των ηρώων.   Κι έτσι ο Σκιοφύλακας έγινε φίλος με το Φεγγάρι μου. Τον διάβαζα και τον άφηνα, - όπως μόνο με τα ξεχωριστά βιβλία κάνω -, δίπλα μου στο κρεβάτι, θαρρείς και προσμονούσα στον ύπνο να μου ξομολογηθεί την συνέχεια. Και πρέπει να το ‘κανε, αφού έστεκε κάθε πρωί στην ίδια θέση σιωπηλός να με καλημερίσει, γνωρίζοντας όμως ενδόμυχα ότι είχε καταφέρει ήδη να με στοιχειώσει.
..πώς να εξηγήσω αλλιώς την ανυπομονησία μου να πέσει το σκοτάδι για ν’ ανασάνω ξανά τα γραμμένα μυστικά του;
Κάθε νύχτα σώπαινα βιώνοντας σκηνές από διαφορετικές εποχές.
Με σημαδεμένα πρόσωπα κι ανεξίτηλα αισθήματα να με ακολουθούν καθώς τα θωρώ να γκρεμίζονται μοιρολατρικά στο σήμερα απ’ του κάστρου τις πολεμίστρες, κάνοντας κρότο και ταράσσοντας τα νερά του αύριο με κλάμα γοερό…
Και στέκει κάτι μαγικά ανεξήγητο το πόσο αυθόρμητα φιλιώνουμε απ’ τις πρώτες ακόμη γραμμές με τις ιστορίες που τέμνονται στο χωροχρόνο απ’ τη Μοίρα…
….κι όσο συνεχίζουμε γινόμαστε ένα με τα όνειρα.
Γιατί αυτό το κάστρο της Μάνης είναι μια πύλη γι’ αλλού. Ενώνει την Ελλάδα του 15ου αιώνα, την μετέπειτα και το τώρα. Και τα δρώμενα που ξεπηδούν απρόοπτα απ’ την ροή της ιστορίας, διατηρούν τον ίλιγγο σε κάθε λέξη, προκαλώντας σε να παρακολουθήσεις απολαυστικά το ατέρμονο αυτό μονοπάτι.
….αφού οι πέτρες τούτης της Μεσαιωνικής βίγλας πότισαν αίμα και ψυχές συγγενικές
Από γυναίκα, παιδιά και μάνα
…αλλά και μίσος απ’ τους Διώκτες κι από τ’ άδικο.
Μα όλα τους είναι βαλμένα όπως τους πρέπει και εκτίνονται σε χώρο ακριβώς όσο τους αξίζει. Παρακινώντας τον αναγνώστη να ταξιδεύει και να χάνεται. Πότε σε μια μάχη και πότε να φυλλομετρά με τους ήρωες ένα σκονισμένο βιβλίο σ’ ένα μαγαζί χτισμένο σε μέρη ουτοπικά.
Μένοντας με την οξύμωρη κατάληξη να συμπονάς πλάσματα που η μοναξιά τ’ αγρίεψε, δασκαλεύοντας τα να διώχνουν τους ξένους,-ή στην χειρότερή περίπτωση-, να τους κρατάν στην αγκαλιά τους για πάντα.
Κι όσο νομίζεις πως κοντεύεις στη λύση, τόσο ξεμακραίνεις απ’ τον αληθινό κόσμο, παραδομένος λυτρωτικά, με γεύση από γάλα και πικραμύγδαλο στο στόμα..
Κλείνοντας τα μάτια, συγκρατώ τα παρακάτω λόγια που μπορεί φαινομενικά να έμοιαζαν ακίνδυνα μόλις τα πρωτοσυνάντησα, μα εξιστορούσαν την αλήθεια που φύλλο με φύλλο μου παρουσιάστηκε όλο και πιο γλαφυρά στη συνέχεια:
«Πολλά πράγματα μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στη ζωή του και μετά να μετανιώσει γι’ αυτά. Είτε γιατί είναι κραυγαλέες αποτυχίες και τον κάνουν να νιώθει ανίκανος πια για δημιουργία, είτε γιατί τον πιέζει αφόρητα ο εισαγγελέας που εδρεύει στα φαιά του κύτταρα και λέγεται συνείδηση».
Ως αναγνώστης γοητεύτηκα απ’ όσα βίωσα, γιατί η αγωνία και οι αναπάντεχες ανατροπές που ακολούθησαν, κράτησαν σε συνεχής εγρήγορση την φαντασία μου!
…μα τελείωσε ο χρόνος μου
Σώθηκε η άμμος στη κλεψύδρα.
Και σας περιμένω ξανά στην οδό Φοινίων Φίλοι μου, ν’ απαντήσουμε εκεί το παρών και το μέλλον..."

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα…

Ο συγγραφέας Φώτης Κατσιμπούρης γεννήθηκε στην Καλαμάτα και σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης και στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Επίσης, ασχολείται με την πόλη του και στα πλαίσια του πολιτιστικού συλλόγου "Πολιτιστικός Αντίλογος" και "Βιβλιοθήκη των Φίλων", συμμετέχει σε παρουσιάσεις βιβλίων και συγγραφέων.
Έργα του είναι κατά σειρά τα εξής:
2012)
Ανάμεσα σε δυο αγγέλους, Ωκεανός
(2011)
Ο όρκος, Ωκεανός
(2005)
Ο Σκιοφύλακας, Διόπτρα
-Το βιβλίο είναι εξαντλημένο, όμως υπάρχουν σκέψεις για επανέκδοση του. Ωστόσο οι όποιες αποφάσεις θα κατασταλάξουν μετά τον προσεχή Οκτώβρη.-
 Επικοινωνία με τον συγγραφέα
Μέσω facebook στο: https://www.facebook.com/fotis.katsimpouris
 Μέσω του προσωπικού του blog  στο:
http://fotiskatsimpouris.blogspot.gr
 

Για το σημερινό ταξίδι του άρθρου μου, θα ήθελα αρχικά…
…να ευγνωμονήσω τον συγγραφέα μας κύριο Φώτη Κατσιμπούρη για το φώς του
…κι έπειτα, την φίλη Εύη Μπεντενίτη για την επαφή που με έφερε με το έργο του αγαπητού μας συγγραφέα, σε ένα είδος που από πάντα με γοήτευε
…όπως και την φίλη Μελίνα Καλούδη που έψαξε, εντόπισε και με προμήθευσε με ένα αντίτυπο της εξαντλημένης έκδοσης του βιβλίου «Ο ΣΚΙΟΦΥΛΑΚΑΣ» που αναζητούσα εναγωνίως τον τελευταίο καιρό!
Σας ευχαριστώ από ψυχής..Να είστε πάντα καλά..

ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Ποιητής
e-mail: theofriend2@yahoo.gr

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Αξιολόγηση της Νicoleta Balopitou για το βιβλίο μου " Ο ΣΚΙΟΦΥΛΑΚΑΣ "

Αξιολόγηση της Nicoleta Balopitou για το βιβλίο μου "Ο ΣΚΙΟΦΥΛΑΚΑΣ" στην ομάδα "Φίλοι της Ελληνικής Λογοτεχνίας".https://www.facebook.com/groups/filoithsellinikhslogotehnias/670585989664990/?notif_t=group_comment_reply
Την ευχαριστώ από καρδιάς για την αναλυτική και πολύ διεισδυτική παρουσίαση και κριτική της!!!
(12.2.2014)
" Ο Σκιοφύλακας είναι από εκείνα τα βιβλία που σε γοητεύουν από την πρώτη αράδα και τα διαβάζεις με μία ανάσα ! Η ιστορία ξεκινάει στο σήμερα με την νεαρή Ελένη να κατευθύνεται, έχοντας για παρέα τον σκύλο της τον Έκτωρ, με το αυτοκίνητο της προς ένα καστράκι που ανήκε στην οικογένεια του πατέρα της, κάπου στη μαγευτική Μάνη, με σκοπό κατά τους Καλοκαιρινούς μήνες να το λειτουργήσει σαν πανσιόν. Παράλληλα όμως, με την πορεία της νεαρής Ελένης, παρακολουθούμε και τη ζωή μίας άλλης Ελένης, που έζησε στο ίδιο καστράκι, αρκετά χρόνια πριν και συγκεκριμένα στον μακρινό 15ο αιώνα, την εποχή εκείνη που έλαβε χώρα και η άλωση στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτή τη μακρινή εποχή, μαθαίνουμε την ιστορία του συζύγου της Ελένης, του Νικηφόρου που έφυγε από το καστράκι, έχοντας αφήσει προσωρινά την οικογένειά του για να πολεμήσει, και του φίλου του από την Βενετία, του Ματέο και του γελαστού γιου του αλλά και τον βαρύ όρκο που έδωσε ο πρώτος στον φίλο του, λίγο πριν ξεψυχήσει. Ο όρκος αυτός, έχει σπουδαία σημασία για την ιστορία μας και μας αποκαλύπτει πολλά για τον τίτλο του βιβλίου. Δηλαδή, τι είναι ο σκιοφύλακας, ποιες σκιές φυλάει και ποιος ο ρόλος του, πράγματα που δεν σκοπεύω να αποκαλύψω γιατί θα χαθεί μεγάλο μέρος από το μυστήριο που την περιβάλλει. Το κύριο μέρος του μυθιστορήματος καταλαμβάνει το σήμερα, με βασική πρωταγωνίστρια την Ελένη, που είναι το '' κλειδί '' της υπόθεσης και είναι αυτή, που τουλάχιστον στην αρχή, οι σκιές που βρίσκονται τοποδεμένες στο καστράκι δεν βλάπτουν. Πολλοί και οι χαρακτήρες που την περιτριγυρίζουν και που επηρεάζονται κι αυτοί από τα όσα μυστήρια αρχίζουν να συμβαίνουν στο καστράκι, αμέσως μετά την άφιξή τους σε αυτό. Η αδελφή της Ελένης, η λογική και δυναμική Ανθή, ο Ηλίας με την αποτυχημένη έως τώρα ζωή και πρώην παιδικός φίλος της Ανθής, που έχει την τύχη να γνωρίσει την Ελένη λίγο πριν αφήσει τον εαυτό του να χαθεί για πάντα στην απέραντη θάλασσα, ο γιατρός που έχοντας χάσει την σύζυγό του στην Αθήνα, μαζεύει λαογραφικές πληροφορίες για δική του ευχαρίστηση αλλά και η Νίκη με τον Πάνο, ένα προβληματικό ζευγάρι που κρατάει ένα μικρό καφέ κοντά στην παραλία και το οποίο επισκέπτονται τακτικά οι ήρωες μας. Το μεταφυσικό στοιχείο είναι έντονο, τόσο που γίνεται σχεδόν '' χειροπιαστό '' και οι τραγικές φιγούρες που αντιπροσωπεύουν οι σκιές, καταφέρνουν και σου προκαλούν αισθήματα λύπης, δέους αλλά και φόβου. Οι εφιάλτες - οράματα που βλέπει η βασική πρωταγωνίστρια στο κηπάριο με την τριανταφυλλιά έξω από το ναό, η επαφή της με τον Σκιοφύλακα, τα '' ζωντανά '' οράματα που αντικρίζει μαζί με την αδελφή της, με πρωταγωνιστή τον Νικηφόρο και τον γελαστό του σύντροφο έξω από μία πύλη, τον τραυματισμό που καταφέρνουν στους δύο Τούρκους που τους απειλούν αλλά και ο τραγικός τους θάνατος από τα βέλη εκατοντάδων άλλων, η τραγική μοίρα που περιμένει την σύζυγο, την μητέρα και τις δύο μικρές του κόρες, είναι γραμμένα με τόση ζωντάνια, που ήταν σαν να τα ζούσα ενώ τα διάβαζα. Επίσης, οι συμπτώσεις κυριαρχούν καθ' όλη τη διάρκεια και οι γνωριμίες μεταξύ των ηρώων, δεν γίνονται καθόλου τυχαία. Καθόλου τυχαία δεν είναι λοιπόν και η προτίμηση των σκιών προς την Ελένη, που στο πρόσωπο το δικό της, βλέπουν ένα δικό τους από το παρελθόν. Οι σκιές, καθόλου φιλικές δεν παρουσιάζονται, έχοντας συνδεθεί και με μυστήριους θανάτους ανθρώπων που έζησαν ή βρέθηκαν στο κάστρο, καθ' ότι σαν τοποδεμένες θεωρούν το καστράκι κτήμα τους, μισώντας κάθε ζωντανό ον, που έχει παλμό, καρδιά και αίμα να κυλάει στις φλέβες του. Οι σκιές αυτές λοιπόν, δεν είναι άλλες από την οικογένεια του αδικοχαμένου Νικηφόρου, που όπως ανέφερα πιο πριν, πέθανε με τραγικό τρόπο σ' εκείνο το καστράκι και τώρα το στοιχειώνουν με την παρουσία τους, θεωρώντας άδικο τον θάνατό τους. Η γραφή του κυρίου Κατσιμπούρη για άλλη μία φορά μαγευτική, με γοήτευσε και κατέστησε το βιβλίο αυτό, ένα από τα καλύτερα συνολικά, που έχω διαβάσει ! Πρωτότυπο, ευφάνταστο, με τις απαραίτητες μυστηριακές, μεταφυσικές '' πινελιές '' που μ' αρέσει να ανακαλύπτω και να διαβάζω σε ένα μυθιστόρημα, '' Ο Σκιοφύλακας '' είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που μ' αρέσει να διαβάζω ξανά και ξανά και που σε πολλές σκηνές του μού θύμισε θρίλερ, προκαλώντας μου έντονες ανατριχίλες ! Απλά, ιδιαίτερο σαν το πικραμύγδαλο που πρόσφερε η παλιά Ελένη στις κόρες - αλλά ευτυχώς όχι θανατηφόρο -, ένα ανάγνωσμα διαφορετικό από αυτά που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε στα βιβλία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας και που εύχομαι κάποια στιγμή να επανακυκλοφορήσει για να μπορέσουν περισσότεροι αναγνώστες να το διαβάσουν και να το φυλάξουν σαν βιβλίο '' διαμάντι '' στην βιβλιοθήκη τους. "

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Παθητική φωνή της Αννιτας Λουδαρου

http://www.vetonews.gr/editorial/item/20688-pathitiki-foni
της Αννιτας Λουδαρου
Τα πρωινά ένα ένα θα σηκώναμε τα ρολά. Αξημέρωτα σχεδόν το ηλικιωμένο ζευγαράκι του τρίτου και ο Αλέκος που έφευγε για την ψαραγορά. Ακολουθούσαμε ένας ένας οι υπόλοιποι εμείς. Ο καθένας ανάλογα με την δουλειά του και την φόρα που είχε πάρει η τελευταία του βραδιά.
Τέτοια μου λες. Ο Μιχάλης του δεύτερου ήταν πάντα τελευταίος. Αυτός κοιμότανε εκ πεποιθήσεως την ώρα που ξυπνάγαμε οι υπόλοιποι.
Προχωρούσε η μέρα. Ποτίζαμε τα βασιλικά, απλώναμε τις μπουγάδες, άρχιζαν και τα φρου φρου και τσαρ τσαρ από τα τσιγαριστά στα τηγάνια και στις μαρινάδες. Έβλεπες τότε απ' τ' ανοικτά παράθυρα έργα τέχνης αλησμόνητα. Στρογγυλούτσικα χεράκια να τσουλάνε αυτοκινητάκια στα μωσαικά. Κάποια ξεφλουδισμένα μπιμπελό πάνω στο τζάκι και οι γονείς να μιλούν στο μέσα δωμάτιο. Λερωμένα χέρια να σκουπίζονται βιαστικά στην λερωμένη ποδιά, πόδια να σηκώνονται στις μύτες να βοηθήσουν ένα σκαστό φιλί να κάνει το ''φεύγω'' να μοιάζει με γιορτή.
Ήταν και μέρες με φωνές. Έτσι μου λες. Ξεσπούσαν καβγάδες, κλάμματα, κτυπήματα, σπασίματα. Μπερδεύονταν οι φωνές με το ''Riders on the storm'' του τέταρτου και τα ξεκαρδισμένα γέλια του πρώτου. Είχαμε και το ζευγάρι του πρώτου να λέει ακόμα και στα λάχανα την αγαπημένη του ατάκα ''Τουρίστες της ζωής μας είμαστε ''. Αθόρυβα και μυστικά ψήλωναν τα παχουλούτσικα ποδαράκια, ίσιωναν τα σγουρά μαλλιά, κύρτωναν οι ώμοι. Έτσι διαβέναμε τα χρόνια στο ακάλυπτο, μου λες.
Μετά οι περισσότεροι μετακόμισαν στα προάστια . Σταμάτησαν να ξεκαρδίζονται στα γέλια και άρχισαν να ξεχνιούνται. Την λησμονιά την διαδέχτηκε ο φόβος. Τον ακάλυπτο διαδέχθηκε ο άστεγος, με μια μικρή στάση στην γιασεμιού και αδιεξόδου γωνία. Στον ακάλυπτο δεν φοβόσουν, μου λες ποτέ. Μπορεί ο ήλιος που σου αντιστοιχούσε να ήταν λιγοστός και από συγκεκριμένη γωνία , να ανεβοκατέβαιναν οι προσδοκίες μαζί με τα ρολλά, ο φόβος του κενού όμως είχε γεφυρωθεί.
Που και που σ΄αυτή την πόλη συνατιούνται οι τροχές μας. Σ΄ένα λεωφορείο που χαλάει, στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο σε μια βασανιστική αναμονή. Ζητάς ένα τσιγάρο από τον διπλανό σου και κλέβεις μερικά λεπτά από την ιστορία του. Συναντάς αγνώστους που κάνουν ακριβώς την ίδια διαδρομή με σένα, για τον ίδιο ακριβώς λόγο σ΄ένα άλλο σημείο της πόλης. Πέντε, δέκα τυχαίες συναντήσεις στην Πατησίων, στο Θησείο, σ΄ένα τρακάρισμα στην Λένορμαν, στο τυροπιτάδικο στην Ιπποκράτους. Συναντήσεις σαν παράσημα μιας ζωής που άλλαξε. Και όλη η αγωνία, η ενοχή της επιβίωσης και ο διχασμός της εποχής πέρνουν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια σου. Τέτοια μου λες.
Δεν ξέρω αλήθεια αν σε καταλαβαίνω καλά. Κι αν πράγματι ο φόβος ήταν τελειωμένη υπόθεση τότε. Όμως θαυμάζω στην αφήγηση σου την ενεργητική φωνή. Πάει καιρός που έχουμε καθηλωθεί στην παθητική. Τα ρήματα έχουν γίνει υπαρξιακά μπουμερανγκ και οι μετοχές έχουν αφεθεί σε μια αέναη επιστροφή στο εγώ. Τα πάντα κλίνονται αυτοαναφορικά. Σαν κατηγορούμενα μιας πρότασης. Δεν θαυμάζουμε, θαυμαζόμαστε. Δεν ψηφίζουμε, ψηφιζόμαστε. Δεν κοιτάμε, κοιταζόμαστε. Δεν υποφέρουμε, υποφερόμαστε. Δεν αγαπάμε, αγαπιόμαστε. Αρνούμενοι, διωκόμενοι, αδικούμενοι, καταδιωκόμενοι, πανταχού παρόντες δρώμενα οι ίδιοι, μιας επικοινωνίας που παραδόθηκε στο πάθος της παθητικής φωνής.
Όμως να σου πω τι σκέφτομαι, είκοσι χρόνια για να τους θυμόμαστε όλους φίλε μου, τουρίστες στην ζωή μας δεν υπήρξαμε ποτέ. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ VETONEWS http://www.vetonews.gr/editorial/item/20688-pathitiki-foni

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014