Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Συνέντευξη στον Τάσο Αγγελίδη Γκέντζο



http://www.kulturosupa.gr/index.php/interviews/katsimpouris-tasos-aggelidis-9095/#.VW3y7Ea1c21

Φώτης Κατσιμπούρης, συγγραφέας:  Δεν υπάρχουν 100% ειλικρινείς απαντήσεις στις συνεντεύξεις.
 Ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος συνομιλεί μαζί του αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή και τα σκυλιά λυμένα…


1. Ένας από τους βασικούς στόχους μιας συνέντευξης είναι να φιλοξενήσει μέσα στις γραμμές της τις αλήθειες κι ένας δεύτερος να διαβαστεί από όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Φυσικά μέσω αυτής “διαφημίζεται” και αυτός που την παραχωρεί στο μέσο. Έχετε την ευκαιρία να διαφημίσετε ανοιχτά και ξεκάθαρα αυτό που θα θέλατε και να πείσετε τους αναγνώστες μας για την αλήθεια σας.
 
      Ξεκάθαρα λοιπόν απαντώ πως με την ευκαιρία της συνέντευξης θέλω να γνωστοποιήσω ή να θυμίσω, σε όσους τη διαβάσουν, τη μέχρι αυτή τη στιγμή εκδομένη δουλειά μου. Είναι τρία μυθιστορήματα: Ο Σκιοφύλακας, Ο Όρκος και το Ανάμεσα σε δυο Αγγέλους. Περιέχουν την αλήθεια ή μια ειλικρινή εκδοχή της, εκείνην, της εποχής που τα έγραφα. Τώρα τι είναι αυτή η αλήθεια: Επειδή η διαδικασία της συγγραφής είναι προσωπική και μοναδική, ως αλήθεια μπορώ να προσδιορίσω τα συναισθήματα, τη συσσωρευμένη εμπειρία, τις προσωπικές κρίσεις και τις αναζητήσεις εκείνης της περιόδου. Το κατά πόσο όλα αυτά έπεισαν τον αναγνώστη: Αυτό εξαρτάται ως ένα βαθμό από τον τρόπο που τα μετέφερα στο χαρτί και από το πόσο άφησα ελεύθερο τον εαυτό μου να μιλήσει για αυτά. 

Από την άλλη εξαρτάται από το αν ο αναγνώστης έχει διάθεση να γνωρίσει την προσωπική μου εκδοχή της αλήθειας και γενικά αν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο ή απλά τον ενδιαφέρει να πάρει ένα βιβλίο στα χέρια του και να περάσει ευχάριστα κάποιες ώρες διαβάζοντας πράγματα που έχει ξαναδιαβάσει με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους αλλά ξέρει ότι θα τον ικανοποιήσουν και αυτό του αρκεί. Μεταξύ μας, ποιος από όλους τους "συμβαλόμενους", στις μέρες μας, δίνει μια δεκάρα για την αλήθεια. Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Το ζητούμενο κατά βάθος είναι η αρεστότητα.

2. Θα σας προκαλούσα να σκεφτείτε την μέχρι τώρα ζωή σας και να επιλέξετε στην συνέχεια να μας παρουσιάσετε τα ελαττώματα ή τα προτερήματά σας. Ξέρω πως όλοι οι άνθρωποι έχουν και ελαττώματα και προτερήματα. Στην παρούσα στιγμή θα με ενδιέφερε να επιλέξετε μόνο την αυτοσύσταση των προτερημάτων σας ή μόνο την αυτοσύσταση των ελαττωμάτων σας.

 
     Συχνά μια διάθεση ανταγωνιστικότητας που υπάρχει λίγο πολύ σε όλο το συνάφι, ένας παρορμητισμός  να κρίνω πράγματα με την πρώτη ματιά και αρκετές φορές να έχω κάνει βιαστικές εκτιμήσεις, για αυτό και αποφεύγω να εκφέρω κρίσεις πριν επεξεργαστώ όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες. Και αυτό το κάνω για να προστατεύσω τον εαυτό μου, φυσικά και για να μην αδικήσω κάποιον. Προσθέστε ανυπομονησία και αναβλητικότητα, περιόδους κυκλοθυμίας, αμφιθυμίας και αίσθησης αδιεξόδου.
Ακόμα, δυσκολία να επικοινωνήσω με ανοιχτό κοινό χωρίς να τα χάσωοπότε εκεί επιστρατεύω όσο ταλέντο υποκριτικής διαθέτω. Και σίγουρα υπάρχουν και άλλα. Αυτά είναι τα πιο ανεκτά. Ποιος τολμάει να μιλήσει για τους αληθινούς σκελετούς στην ντουλάπα του. Τπροτερήματα μου τα αφήνω στο Θεό ή στο διάβολο να τα αξιολογήσει αν υπάρχουν.
 
3. Δώστε μόνος σας έναν τίτλο από την ψυχή και το μυαλό σας για αυτή την συνέντευξη. Θα ήθελα αυτός ο τίτλος αρχικά να προβληματίσει τον αναγνώστη μας και στην συνέχεια να του δημιουργήσει την επιθυμία να διαβάσει τις απόψεις σας. Εφόσον καταφέρει να την διαβάσει μέχρι το τέλος... να του αφήσει και κάποιον προβληματισμό.
 
    Δεν υπάρχουν 100% ειλικρινείς απαντήσεις στις συνεντεύξεις. Μην την πατήσει κανείς και πιστέψει ότι τούτες δω διαφέρουν.

4. Αν δεν απαντήσετε σε κάποια από τις ερωτήσεις, κάτω από την ερώτησή μου θα βάλω μία παύλα. Θεωρώντας αυτονόητο πως όλες οι ερωτήσεις μου θα κινούνται στα πλαίσια της κοσμιότητας και θα έχουν να κάνουν με το μυαλό, την ψυχή και την ιδεολογία σας θεωρώ την αποφυγή μιας απάντησης ως αδυναμία έκφρασης και επικοινωνίας. Ποια είναι η δική σας άποψη περί του θέματος αυτού, αλλά και γενικότερα για την “ελευθερία” αυτού που παραχωρεί την συνέντευξη; 

 
     Αυθόρμητα και χωρίς πολλή σκέψη θα διάλεγα να μπει στην ερώτηση
μια παύλα αφού έχω δεδομένη αδυναμία επικοινωνίας. Τώρα το αδυναμία έκφρασης με χαλάει (και χαλάει την εικόνα μου, την ήδη ίσως, ως εδώ, χαλασμένη). "Τι στο διάολο συγγραφέας είναι, αν δεν μπορεί να εκφραστεί", θα σκεφτεί κάποιος. Οπότε έχω επιλέξει να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις. Αυτός που παραχωρεί την συνέντευξη φαινομενικά έχει στενά περιθώρια - μην αναφέρουμε εδώ τις συχνές περιπτώσεις των προσυμφωνημένων ερωτήσεων - ωστόσο, για τους πιο γενναίους, υπάρχει πάντα ένα ευδόκιμο πεδίο ελιγμών στο οποίο οι πλέον έμπειροι, οι λεγόμενοι επικοινωνιακοί τύποι, μπορούν να απαντούν χωρίς να απαντούν ή να απαντούν στο ασαφές και στο περίπου, αλλά η απάντηση να βγάζει καλές ατάκες κι όλοι να είναι ευτυχισμένοι.

Υπάρχει και η δοκιμασμένη και τιμημένη από πολλούς οδός απαντώ με αποφθέγματα σπουδαίων προσώπων. Σίγουρα πράματα δηλαδή. Ορίζουν στη συνείδηση του αναγνώστη κάτι σαν αυταπόδεικτο, προκαλούν ένα στιγμιαίο "πολιτισμικό σοκ" ή απλά ένα νοητικό μπλοκάρισμα και δίνουν και την εντύπωση μιας ευρυμάθειας που καθηλώνει και δεν αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις. Και θα προσθέσω ένα τέτοιο, αφού το έχω πρόχειρο: "Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας." Είναι του Αλμπέρ Καμύ. Εντάξει … είναι άσχετο με την ερώτηση, αλλά είπαμε, έχω θέμα με την επικοινωνία και άλλωστε έχει μέσα τη λέξη έρωτας που είναι πιασάρικη.

5. Όταν ρωτάς έναν συγγραφέα να σου αναφέρει κάποιο βιβλίο που του άρεσε μετρημένες είναι οι φορές που δεν απαντά αναμενόμενα. Αναφέρει κάποιο ξένο βιβλίο, αποφεύγει επιμελώς τους έλληνες συγγραφείς και τα βιβλία τους για να μην κακοκαρδίσει κανέναν και σχεδόν πάντα δεν σου λέει γιατί του άρεσε το συγκεκριμένο βιβλίο. Υπάρχει και η άποψη πως οι συγγραφείς μας δε διαβάζουν... Είμαι περίεργος τι θα σκεφτώ όταν θα διαβάζω την δική σας απάντηση. 

  
    (Μάλλον δεν θα σκεφτείτε και πολύ καλά πράγματα) Κατά πόσο διαβάζουν οι συγγραφείς το ξέρουν οι ίδιοι. Αν πω πάλι, σημασία έχει το τι διαβάζουν, έμμεσα πετάω μια μπηχτή ότι δε διαβάζουν τα σωστά βιβλία. Υποκειμενικό το θέμα. Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή που αποθεώνεται η φιλαναγνωσία ως φαινόμενο επειδή και μόνον υπάρχει. Τα φαινόμενα έχουν τη δυναμική τους και αν τα αγγίξεις τη λάθος στιγμή θα σε καταπιούν και αυτό είναι κάτι που δεν το θέλω μιας και είμαι άστεγος εκδοτικά. Ό,τι λοιπόν διαβάζει ο καθένας, είτε συγγραφέας είτε αναγνώστης, είναι καλό για κείνον. Γενικά είναι καλό, όπως γενικά το να ακούς μουσική είναι καλό και πάει λέγοντας… Και για να μην δώσω την εντύπωση ότι προσπαθώ να αποφύγω την ερώτηση, έχω να πω ότι αυτήν την περίοδο έχω διαβάσει τις Ιστορίες από την Κολιμά του Σαλάμοφ (μου το έκαναν δώρο). Εντάξει, σε ρίχνει αλλά το διαβάζεις με ενδιαφέρον. Το Χορό των Κρυστάλλων της Στασινού, πιο πριν το Έρωτας στον Καθρέφτη της Αμανατίδου και προσπαθώ να ολοκληρώσω την Πριγκηπέσα Ιζαμπό του Τερζάκη στο πλαίσιο έρευνας και συλλογής πληροφοριών.

Επίσης το φθινόπωρο ξαναδιάβασα την κλασική ιστορία του Στόουκερ για το Δράκουλα και τους Νυχτερίτες του Κινγκ. Πάντα διαλέγω τέτοια το φθινόπωρο. Συνεπές και εμμονικό το ραντεβού. Σκεφτήκατε ότι απέφυγα με τρόπο τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Ανέφερα δύο και το έσωσα… μάλλον.

6. Η τέχνη ξεκινάει από το εξώφυλλο ενός βιβλίου ή από το εσωτερικό του; Το εσωτερικό του βιβλίου στην δική σας περίπτωση συμβαδίζει με το εξωτερικό ή βαδίζουν σε εντελώς αντίθετους δρόμους; Ανάμεσα στις απαντήσεις που θα μου δώσετε για αυτή την συνέντευξη θα βάλω και μερικά από τα εξώφυλλα των βιβλίων σας. Ποια έχετε να μου προτείνετε;

 
    Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι καθαρά θέμα των ανθρώπων του εκδοτικού με σεβασμό πάντοτε στη τελική συμφωνία του συγγραφέα με την δική τους αμετακίνητη επιλογή τριών ή τεσσάρων συναφών εκδοχών. Μπορεί όμως πράγματι να κατέχουν καλύτερα τους κανόνες αρεστότητας που σημαίνει εξωφρενική πολυχρωμία (να χτυπάει στο μάτι, στο κεφάλι… γενικώς να χτυπάει), ακρογιαλιές, λουλούδια, κήπους, μελαγχολικές ηρωίδες, μια Σμύρνη να καίγεται και να ξανακαίγεται, το θόλο της Αγιασοφιάς (γιατί όχι το λευκό πύργο ρε παιδιά, θα προτιμούσα λευκούς πύργους, πολλούς λευκούς πύργους, ο λευκός πύργος έχει συμμετρία και κανονικότητα κι εγώ που έχω ένα θέμα με τη συμμετρία κολλάω για ώρα στους ανισοϋψείς θόλους της Αγιασοφιάς και μπλοκάρω, λυπηθείτε με) μια ημικλινήρη χανούμισσα, ανατολίτικα γλυκά, αναρίθμητα τριαντάφυλλα και άλλα παρόμοια...

Τώρα το θέμα με το μέσα του βιβλίου. Τις περισσότερες φορές συμβαδίζει. Το περιεχόμενο είναι ανάλογο με το εξώφυλλο.  Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που το αποτέλεσμα είναι τρανς. Σχετικά με εξώφυλλα από τα δικά μου βιβλία: Πού τα θυμηθήκατε πάλι; Αφού ανάμεσα στα άλλα πρόκειται και για διαφήμιση, θα τα ήθελα όλα, αν γίνεται. Δεν είναι και πολλά, τρία είναι. Τώρα από πού ξεκινάει η τέχνη; Από το εξώφυλλο ή από το περιεχόμενο; Καλή ερώτηση. Η τέχνη της αρεστότητας, του διαγκωνισμού στον πάγκο του βιβλιοπώλη, ξεκινάει από το απέξω. Σχετικά με το μέσα, όπως λένε και στο f/b, είναι περίπλοκο. (Απέφυγα άλλη μια παύλα χωρίς ουσιαστικά να απαντήσω).

7. Η φιλοσοφία κάνει λόγο για την αυτοαναφορικότητα στην τέχνη. Στοιχεία από την προσωπική ζωή, την ιδεολογία, την προσωπική φιλοσοφία του συγγραφέα που περνούν με μιαν άλλη μορφή μέσω της τέχνης του στο ευρύ κοινό. Μπορείτε να μου υποδείξετε κάποια στοιχεία αυτοαναφορικότητας στο έργο σας.

 
      Οι δύο βασικές πηγές της αυτοαναφορικότητας είναι η διάθεση για αυτοψυχανάλυση ή με βάση τα βιώματα και μια αποκρυσταλλωμένη ιδεολογία, η διάθεση να προταθούν θέσεις και οράματα και να ασκηθεί κριτική στον κόσμο που ζούμε. Τίποτα από τα δύο δεν είναι κακό, αντιθέτως… Το δεύτερο άλλωστε μάλλον είναι σε βαθιά ύφεση εδώ και χρόνια γιατί τείνει προς την τέχνη και έχει συχνά πραγματικό πόνο που δεν αντέχει ή εκπαιδεύτηκε να μην θέλει ο αναγνώστης. Εγώ ανήκω σε μια κατηγορία αυτοαναφορικότητας που περιέχει και τις δύο αφετηρίες. Προκύπτει άθελα μου αφού βασικό μου κίνητρο είναι απλά αυτό που λέμε να περάσω καλά την ώρα που γράφω. Στην αρχή έτσι δείχνει και σε ξεγελάει. Μαθηματικά καταλήγει σε αυτοβασανισμό, αλλά έτσι γίνεται. Την άμεση αυτοαναφορικότητα την αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι. Δεν θεωρώ εξαιρετικά σπουδαία τα βιώματά μου, ούτε είμαι κάποιο είδος προφήτη που θα σώσει τον κόσμο με τις ιστορίες του. Υπάρχουν άλλοι που τα έχουν γράψει πολύ καλύτερα από μένα. Απλά γοητεύομαι από το ταξίδι σε κάθε νέα περιπέτεια της γραφής. Οπότε είναι δύσκολο να υποδείξω στοιχεία αυτοαναφορικότητας στα βιβλία μου.

 8. Οι ερωτήσεις οφείλουν να ψάχνουν το γιατι και το πως. Δε θεωρώ έξυπνες τις απαντήσεις που ξεφεύγουν με νηπιακά τεχνάσματα από την ουσία και δεν απαντούν στο ερώτημα. Έχοντας στον νου μου την ειδοποιό διαφορά... θα ήθελα λοιπόν να μου πείτε γιατί να επιλέξω να διαβάσω και τα δικά σας βιβλία ανάμεσα στα τόσα άλλα βιβλία που κυκλοφορούν σε βιβλιοπωλεία και διαδίκτυο.
      

Εντάξει, μην αγριεύετε κύριε Γκέντζο. Στην προηγούμενη απάντηση το συμμάζεψα κάπως, αν προσέξατε, και ας μην απάντησα. Τουλάχιστον άφησα στην άκρη τις εξυπνάδες… για λίγο. Σχετικά με το γιατί τα δικά μου βιβλία… Επειδή από ό,τι λένε είναι καλά βιβλία, βιβλία με σελίδες, με πολλές σελίδες, με εκατοντάδες σελίδες…(είναι κι αυτό ένα ελκυστικό κριτήριο), λίγο ιδιόρρυθμα στη θεματική και στον τρόπο γραφής αλλά κανένα βιβλίο δεν είναι τέλειο εκτός βέβαια από τα best sellers. Συχνά το ακούμε άλλωστε: "Ήταν τέλειο βιβλίο", "τέλειο όμως", "εντελώς τέλειο" ή και "τέλειο πάντως", παίζει και το "πολύ τέλειο".

 9. Κανένας άνθρωπος της τέχνης δεν πιστεύει πως έχει καβαλήσει το καλάμι. Το καλάμι το καβαλάς είτε επειδή πιστεύεις πως γράφεις καλά, είτε επειδή πουλάς πολύ, είτε επειδή ακούς καλά λόγια από τους άλλους. Θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλα πολλά. Αν διαθέτετε αυτογνωσία, μέτρο και σεμνότητα τότε μιλήστε μου για αυτά. Αν πάλι τυχαίνει να διαθέτετε και τα αντίθετά τους... με το ίδιο ενδιαφέρον θα ακούσω την απάντησή σας.
     

Να μιλήσω εγώ για το καλάμι των άλλων; ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ. Είμαι εκδοτικά άστεγος είπαμε. Ο περίπατος σε καλαμιώνες είναι βαρετός και ενοχλητικός και μπορεί να μπλέξεις με τους καλαμοεπιβάτες. Κι έχω ήδη γράψει αρκετές λέξεις οπότε αυτό πιάνεται για απάντηση και γλιτώνω την παύλα.  

10. Ο συγγραφέας είναι ένας πνευματικός άνθρωπος της εποχής του. Ποιος λοιπόν θα έπρεπε να είναι ο ρόλος ενός συγγραφέα στα σημερινά δίσεκτα χρόνια που ταλανίζουν την πατρίδα μας; Εσείς τι ακριβώς κάνετε για να δικαιολογήσετε στον εαυτό σας και στους γύρω τον “τίτλο” σας;

 
        Όχι και πάρα πολλά πράγματα και ο λόγος είναι απλός. Κανείς δε θέλει να ακούει και κανείς δε θέλει να εκδώσει βιβλία σχετικά με τους δίσεκτους χρόνους που αναφέρατε. Έχω ανέκδοτα τέτοια βιβλία. Εκτός αν είσαι ήδη γνωστός κι έχεις ένα εξασφαλισμένο κοινό οπότε ο εκδότης έχει εξασφαλισμένα κέρδη και τολμάει το εγχείρημα. Είπαμε και πιο πριν πως ο πραγματικός πόνος δεν πουλάει. Πουλάει ο ανεκτός και κατά βάθος ευκταίος πόνος με ερωτικά, ενδοοικογενειακά μπερδέματα, προσωπικές απογοητεύσεις, νοσταλγία εποχής και παλαιών ηθών, (τι τράβηξε κι αυτή η έρμη) ξεμοναχιάσματα σε ξωκκλήσια, ανεκπλήρωτα πάθη, γάμους κατ’ εξαναγκασμό, ορφάνια… γενικά καταστάσεις χιλιοειπωμένες, σχέσεις κοινότυπες και διαχειρήσιμες νοητικά και συναισθηματικά, ένα αποδεκτό και ασφαλές ρίσκο πλεύσης για τον αναγνώστη που το γνωρίζει ήδη ο εκδότης (μιλάμε για καλά εκπαιδευμένο κοινό) και παράγει αντίστοιχα.

11. Κατά την εκτίμησή μου λογοτεχνία δίχως “έρωτα” και “θάνατο” δεν μπορεί να υπάρξει. Ανεξάρτητα με το αν ενστερνίζεστε ή βρίσκεστε απέναντι στην παραπάνω άποψη θα ήθελα να μάθω πως διαχειρίζεστε εσείς στην γραφή αλλά και στην ζωή σας τις έννοιες του έρωτα και του θανάτου; 

 
       Η ίδια η διαδικασία είναι απρογραμμάτιστα ερωτική και θανατηφόρα. Στη θεματική και στην ανάπτυξη του μύθου να μην το παρακάνουμε. Μπορεί να φτιάξεις μια καλή ιστορία που περιέχει και τα δύο αυτά σε σημαντικό ή σε ελάχιστο βαθμό. Όπως προκύψει στην πορεία. Ποτέ δεν είχα ιστορίες προκάτ που της έγραφα με ορισμένο ωράριο και ημερήσιο αριθμό παραγόμενων σελίδων και άρα έτοιμη συνταγή πού θα τσοντάρω έρωτα και πού θάνατο. Μια γενική ιδέα ίσως, μια αρχική εικόνα, έναν χαρακτήρα. Αν τούτος δω ο χαρακτήρας στην πορεία θελήσει να ερωτευτεί, να κάνει σεξ (αφού εκεί καταλήγουν όλα κατά Φρόιντ) ή να πάει να σκοτωθεί, έχει καλώς, αν όχι και πάλι έχει καλώς. Με το ζόρι να τον βάλω τον κακομοίρη ή την κακομοίρα να κάνει αυτά τα δύο πράγματα; Κάποτε πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε και τα δικαιώματα των ηρώων μας. Ψυχούλες είναι κι αυτοί. Απλά θα πω και πως λογοτεχνία μονάχα με έρωτα και θάνατο πάλι δεν μπορεί να υπάρξει. Λίγο αντιεμπορικό ακούγεται αλλά αυτό νομίζω.

12. Μέσα από αυτή την συνέντευξη θα ήθελα να δώσω στους αναγνώστες μας την ευκαιρία να γνωρίσουν καλύτερα την συγγραφική σας τέχνη. Δώστε μας ένα δείγμα πέντε έως δέκα σειρών από κάποιο έργο σας.

 
       «Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα; Όχι φίλε μου. Στα παράξενα μυστικά παραμύθια είναι ύβρις ένα τέτοιο τέλος. Άλλωστε τέλος δεν υπάρχει. Δυο πλάσματα που είναι καταδικασμένα να ζήσουν μακριά από το φως, τόσο κοντά στον ανθρώπινο πόνο, αλλά πάντα καταδικασμένα στην απόρριψη, θα πεις ψέματα αν πεις ότι ζουν καλά. Κάθε λογής ανθρώπινος πόνος έρχεται σαν κύμα και διαποτίζει τις  αλλόκοτες ψυχές τους. Δεν γίνεται αλλιώς γιατί αυτό έχουν επιλέξει…

Θα αναρωτηθείς βέβαια φίλε μου, πώς εγώ δέχτηκα το νεκρό αδερφό, αυτόν που μου πήρε μακριά την Αρετή μου. Πώς όταν κάποια νύχτα χτύπησε την πόρτα μου και άρχισε να μου λέει με την πάσα λεπτομέρεια τι απέγινε η βασίλισσά μου, πώς εγώ δεν έγινα έξαλλος. Πώς δεν προσπάθησα να του καρφώσω το σπαθί στην παγωμένη του καρδιά. Πράγμα που, όπως του είχε αποκαλύψει η Αχερώ, ήταν το μόνο ικανό να τους εξοντώσει…»
Από το μυθιστόρημα Ο Όρκος


13. Τι σας έκανε να διαλέξετε το παραπάνω; 

 
       Η επιλογή ήταν τυχαία και προφανώς μη "πιασάρικη".

14. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για τα όνειρα και τα οράματά σας που δεν είδαν ακόμα το φως του ήλιου, δηλαδή για εκείνα τα κομμάτια της ψυχής σας που έμειναν μέχρι σήμερα κλεισμένα στα συρτάρια της εσωτερικότητας παρόλο που θα ήθελαν πολύ να περπατήσουν την ύπαρξή τους στον παρόντα χρόνο. 

 
       Επειδή είναι προσωπικοί θησαυροί, ελιξίρια διατήρησης στη ζωή, που συχνά τα προστατεύουν σκελετοί και φαντάσματα, θα προτιμούσα να μην μιλήσω για αυτά. Είναι τα πολύτιμα αντικείμενα που ανοίγουμε τη θήκη τους ολομόναχοι, μια στις τόσες, επειδή τα αποθυμήσαμε.  Τα παρατηρούμε,  τα αγγίζουμε για λίγο και ύστερα τα κλειδώνουμε πάλι στις θήκες τους. Αυτό είναι αρκετό. Αν τα εκθέσουμε παύουν να αποτελούν μέρος της εσωτερικότητας, παύουν να είναι πολύτιμα.

15. Στην ερώτησή μου για το τι είναι τέχνη οι περισσότεροι μου λένε πως είναι ένα μεγάλο θέμα και πως θέλει χρόνο μια τέτοια συζήτηση. Έχετε όλο τον χρόνο να σκεφτείτε και να μου δώσετε τον δικό σας “ορισμό” για την τέχνη.

 
     Αν μιλάμε για κάποια από τις λεγόμενες καλές τέχνες, παραδείγματος χάριν ζωγραφική ή γλυπτική, τα όρια και τα πλαίσια που ορίζουν ένα δημιούργημα ως δείγμα ή αποτέλεσμα τέχνης είναι ξεκάθαρα. Στη συγγραφή δεν συμβαίνει το ίδιο. Πότε δηλαδή ονομάζεται λογοτεχνία ο καρπός της συγγραφής και πότε απλά είναι ένα καθόλου ευκαταφρόνητο, από άποψη μεγέθους, σύνολο γραμμένων σελίδων, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί.

Νομίζω όμως ότι η απουσία προσωπικού ύφους, η κοινοτυπία, η επαναληπτικότητα στη θεματική και η συνάφεια στον τρόπο γραφής με εκατοντάδες άλλους, ακολουθώντας μια πεπατημένη, δεν βοηθούν να πλησιάσει κάποιος σε αυτό που μπορεί να οριστεί ως τέχνη (δεν θα τολμήσω να μιλήσω για το τεχνικό κομμάτι, για την ανάγκη εκτεταμένων επεμβάσεων από τον επιμελητή σε επίπεδο έκφρασης και οργάνωσης του λόγου και των νοημάτων του και φυσικά δεν μιλάμε για ορθογραφία και στίξη, ανεκτή και αναγκαία εδώ η επέμβαση του επιμελητή και μη επιλήψιμη… ). Ένα κριτήριο σίγουρα είναι η διαχρονικότητα του έργου. Η αντοχή στο χρόνο μαζί με άλλα χαρακτηριστικά, που βρίσκονται στον αντίποδα εκείνων που ανέφερα παραπάνω, μπορούν να σημαίνουν ότι ένα βιβλίο είναι κομμάτι της λογοτεχνίας. Αλλά ειλικρινά δεν πιστεύω ότι ενδιαφέρουν κανέναν τέτοιοι ορισμοί. Κι αν επιμείνεις πολύ σε διερευνήσεις αυτού του είδους, το σίγουρο είναι ότι θα καταλήξεις να αυτοεκδίδεις τα βιβλία σου ή να μην τα εκδίδεις καθόλου αν είσαι άφραγκος, κι αυτό μόνο και μόνο επειδή αγγίζεις τέτοιες θεωρητικές υποθέσεις. Βγάζεις κακό όνομα. Οπότε ας το αφήσουμε.

16. Υπήρξατε “αιρετικός” στην τέχνη και στη ζωή ή για να μπορέσετε να προχωρήσετε συμβιβαστήκατε με το σύστημα αξιών, τις σκληρές απαιτήσεις και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής σας; 

 
      Υπήρξα μοναχικός. Το αιρετικός πλάθει συνειρμούς και ομαδοποιήσεις για τις οποίες κρατώ επιφυλακτική στάση επειδή συχνά είναι κομμάτι του ρεύματος της κάθε εποχής και συχνά υπάρχει για να προσφέρει μια ποικιλότητα, μια πολυχρωμία που είναι γοητευτική με εμπορικούς όρους. Η αυθεντικότητα είναι το πιο δύσκολο πράγμα κι εκεί μπορεί να χωρέσουν οι λέξεις διαφορετικός, ίσως και αιρετικός. Προτιμώ λοιπόν να είμαι κυνηγός της αυθεντικότητας κι από κει και μετά οτιδήποτε άλλο έχει αυτό σαν επακόλουθο είναι καλοδεχούμενο.

17. Σήμερα δεν υπάρχουν μόνο πολλοί εκδοτικοί οίκοι και συγγραφείς, αλλά και πολλοί κριτικοί. Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι συγγραφείς που γράφουν σε περιοδικά – ηλεκτρονικά και μη – κριτικές για το έργο των ομοτέχνων τους. Κατά πόσο ο μέσος αναγνώστης είναι σε θέση να διαχωρίσει την βιβλιοκριτική του ανθρώπου που κουβαλά σπουδές, γνώση και εμπειρία στις πλάτες του από εκείνη την γνώμη που προβάλλει την θετική ή αρνητική ενός έργου με μοναδικό ίσως σκοπό να εξυπηρετήσει τα προσωπικά του συμφέροντα και να διατηρήσει τις δημόσιες σχέσεις του στο βάθρο του προσκηνίου; 

 
        Προσωπικά αποφεύγω να κάνω κριτικές. Δεν με απασχολεί τι έχει γράψει ο άλλος. Αν τύχει και το διαβάσω και μου αρέσει πάει καλά. Θα γράψω μια επαινετική πρόταση αν τον ξέρω κι όχι απαραίτητα. Αν δεν μου αρέσει δεν θα ασχοληθώ.Η κριτική συγγραφέα προς συγγραφέα είναι πεπονόφλουδα. Ας την αποφεύγουμε. Είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, είμαστε ανταγωνιστικά πλάσματα. Ο υποκειμενισμός ελλοχεύει και νοθεύει την κρίση μας. Υπάρχει και η περίπτωση του δούναι και λαβείν. Γράφω για σένα ένα καλό κείμενο επειδή είσαι φίλος μου ή επειδή θα μου το ανταποδώσεις. Στο τέλος γίνεσαι και συμπαθητικός στους αναγνώστες του άλλου και αυτό είναι καλό για να πουλήσεις τα δικά σου βιβλία ή να μένεις στο παιχνίδι της αναγνωρησιμότητας. Ο πραγματικοί κριτικοί, όσοι τέλος πάντων υπάρχουν, είναι διαφορετική περίπτωση από τους συγγραφείς.

Ο μέσος αναγνώστης, με όλο τον σεβασμό προς τον περίφημο μέσο, δύσκολα ξεχωρίζει ποιος είναι ποιος. Βέβαια και στους πραγματικούς κριτικούς λένε πως υπάρχουν εξαρτήσεις, συμπάθειες αντιπάθειες… Δεν έχω άποψη πάνω σε αυτό γιατί δεν γνωρίζω προσωπικά κανέναν κριτικό. Κάποιος πάλι είχε πει πως ο κριτικός είναι ένας τύπος που ξέρει τα πάντα για ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο αλλά απλά δεν μπορεί να οδηγήσει σε αγώνες και αυτό τον κάνει στριφνό. Ούτε αυτό το ξέρω αν ισχύει, απλά το σημειώνω.

18. Ευτυχισμένες και δυστυχισμένες ώρες του παρελθόντος έρχονται στην σκέψη σας σε μια στιγμή προσωπικού απολογισμού. Η ευτυχία και η δυστυχία κουμπώνουν την ύπαρξή τους με την επιτυχία και την αποτυχία; Πως διαχειρίζεστε στον παρόντα χρόνο την χαρά και την λύπη του χθες;

 
       Στον παρόντα χρόνο και στις παρούσες συνθήκες, αν περνάς δύσκολα, πρέπει να λειτουργείς όπως ο στρατιώτης στον πόλεμο. Σκέφτεσαι μόνο τη μέρα, με το ζόρι και την επόμενη. Είσαι ακόμα όρθιος στα πόδια σου; Πάει καλά. Συνεχίζεις. Οι αναμοχλεύσεις παρελθούσας ευτυχίας ή δυστυχίας, επιτυχίας ή αποτυχίας μόνο σε απελπισία μπορούν να οδηγήσουν. Η μια περίπτωση επειδή ήταν κάτι καλό που πέρασε και αυτό σε κάνει να νοσταλγείς, μελαγχολείς και όλα τα εις –εις (είναι και γλυκανάλατο όλο αυτό και το σιχαίνομαι) και η άλλη περίπτωση, επίσης άτιμη κι αυτή, να σε γεμίσει με φόβο ότι το κακό που σε βρήκε κάποτε θα ξανάρθει. Απλά ζω τη μέρα και περιορίζομαι σε αυτήν.

19. Λένε πως η γραφή είναι μια εσωτερική ανάγκη του συγγραφέα. Τα τμήματα δημιουργικής γραφής βοηθούν αυτή την ανάγκη να βγει προς τα έξω με τρόπο που να διαμορφώσει σταδιακά την μοναδικότητά της ή της δίνουν μια μορφή – φόρμα πάνω στην οποία το υποκείμενο θα στηρίξει την ασαφή ύπαρξή της καινούργιας γνώσης και θα προχωρήσει; 

 
       Το ερώτημα είναι και ποσοτικό και ποιοτικό. Τι ακριβώς διδάσκεται; Και από κει και μετά τι βιώνεται; θα πρόσθετα εγώ. Θεωρώ πως διδάσκεται μια καλά ταχτοποιημένη γραφή, δίνονται αφορμές και ερεθίσματα για το συγγραφικό βίωμα. Η γραφή λοιπόν μπορεί να διδάσκεται, και μιλάμε στην πλειονότητα για γραφή μυθιστορηματική που έχει και ζήτηση από ό,τι ακούω, όπως διδάσκεται η γραπτή έκφραση στο σχολείο. Μέχρις εδώ καλά και καλώς υπάρχουν αυτά τα εργαστήρια. Ξεκινάς λοιπόν με κάποια καθοδήγηση, φόρμες και εναύσματα να γράφεις και να ξαναγράφεις. Δεν σημαίνει ότι έγινες συγγραφέας.
Η συν-γραφή, επειδή έχει μέσα της μια σειρά από συν, είναι στην κορυφή της σκάλας που ξεκίνησες να αναβαίνεις σπουδάζοντας τη γραφή. Και είναι μια σκάλα με πολλά σκαλοπάτια. Συγγραφέας γίνεσαι με το βίωμα. Το βίωμα είναι μοναδικό και προσωπικό, ισόβιο, διαρκώς εξελικτικό, απροσδιόριστο εκ των προτέρων, με διαρκή και έντιμη επιδίωξη να πλησιάσεις να κάνεις τέχνη μέσω του δικού σου λόγου. Δεν χρειάζεται να πω τίποτα παραπάνω.

20. Το “είναι” και το “φαίνεσθαι” ενός πετυχημένου συγγραφέα μπορεί να μπει στα καλούπια του κονφορμισμού και να δημιουργήσει; Στην λέξη πετυχημένος θα ήθελα να δώσω την έννοια του πετυχημένου δημιουργού που είναι αποδεκτός από το συνάφι και τους αναγνώστες του.

 
    Αν ορίσουμε ως καλούπια κομφορμισμού τους κανόνες αρεστότητας και την προσαρμοστικότητα στις απαιτήσεις του κοινού και των εκδοτικών, μια χαρά δημιουργείς, ό,τι τέλος πάντων δημιουργείς, και βγάζεις και λεφτά και πετυχημένος εμπορικά είσαι και παραμένεις έτσι και όλα καλά. Δαρβινικός κανόνας. Το να είσαι κομφορμιστής δηλαδή ανασταλτικός στην πρόοδο δεν σημαίνει πως δεν είσαι επιβιωτικός. Αντίθετα προσαρμόζεσαι σε όρους που προϋπάρχουν ή είναι πάνω από σένα και δεν θες ή δεν μπορείς να υπερβείς και έτσι επιβιώνεις. Μεγάλο θέμα, κι όχι μόνο για συγγραφείς, η ρήξη, πολλές φορές, ανάμεσα στη νοούμενη πρόοδο με κέντρο τον άνθρωπο και στην εξέλιξη με δαρβινικούς όρους. Αλλά ξεφύγαμε.  Συνήθως λοιπόν αυτό γίνεται αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις. Πάλι πήγαμε σε "σόκιν" ερωτήσεις και με φέρατε σε δύσκολη θέση.

21. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και να κλείσουμε την κουβέντα μας με κάτι δικό σας. Κάτι που θα βγαίνει από τη ψυχή σας και θα θέλατε να το μοιραστείτε με τους νέους ανθρώπους αυτής της χώρας... αλλά κι με εμάς τους λιγότερο νέους.

 
       Κι εγώ σας ευχαριστώ. Ελπίζω να μην σας κούρασα. Δεν θεωρώ τον εαυτό καλό και κατάλληλο στο να δίνει συμβουλές ή να πει κάτι που θα τονώσει ή θα προβληματίσει νεότερους και μεγαλύτερους. Η συνέντευξη θα τελειώσει χωρίς τη βαρυσήμαντη ατάκα τίτλων τέλους. Δε μου βγαίνει αυτή τη στιγμή και δεν χρειάζεται. Να είστε καλά.