Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

"Lo there do i see my father..."

"Lo there do i see my father..."

από Ο Όρκος (μυθιστόρημα), Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011 στις 3:36 μ.μ. ·

Lo there do I see my father.
Lo there do I see my mothers and my sisters and my brothers.
Lo there do I see the line of my people, back to the beginning.
Lo they do call to me.
They bid me take my place among them.
In the halls of Valhalla, where the brave may live forever.

Viking prayer - Glory to the Bravehttp://www.facebook.com/pages/%CE%9F-%CE%8C%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1/120044961409748

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ο ΟΡΚΟΣ - Δρυός ψίθυροι...

 Ο ΟΡΚΟΣ - Δρυός ψίθυροι...


Γύρισε και κοίταξε το δέντρο, το μεγάλο μαυρισμένο κορμό που ψήλωνε ως τον ουρανό και τις χοντρές κλάρες που ακουμπούσαν τις άκρες τους στο υπόστεγο και στο ακριανό μπαλκονάκι του ορόφου.
Πρώτη φορά σκέφτηκε ότι το μεγάλο δέντρο έμοιαζε με μεγάλο ανθρωπίσιο σώμα. Έμοιαζε με το σώμα μιας γυναίκας που τεντώνει τα χέρια προς τη γη και προς τον ουρανό, την ίδια στιγμή. Ένα σώμα αιώνιο και ανίκητο που κυβερνάει τον τόπο που ζει και το χρόνο, σαν πανάρχαια μητέρα.
Συγκέντρωσε το βλέμμα του στο ψηλότερο σημείο του κορμού, κατά τον κορφιά, εκεί που τα φυλλώματα πλέκανε πυκνά μεταξύ τους και θέλησε να δει σε κείνο το σημείο την κοπέλα που τον παρακάλεσε: ″θέλω… θέλω να μου πεις παρακάτω″. Και τότε το αγόρι ψιθύρισε, αγγίζοντας λατρευτικά το δέντρο και με τα δυο του χέρια:
«Κι όμως, όλη η εμορφιά της Σοφίας και κάθε κοπέλας είναι μοναχά μια σταγόνα από τα κάλλη της κυράς. Η τελευταία που στάζει από το κορμί της, όταν υψώνεται πάνω απ’ τη λίμνη σαν αφέντρα».
Ο ψίθυρος που βγήκε από το στόμα του, κύλησε στο κορμί του δέντρου ανεβαίνοντας προς τα πάνω, όπως θα κυλούσε το χάδι μιας καυτής ανάσας στον κόρφο μιας γυναίκας. Και μετά σβήστηκε στην πυκνή φυλλωσιά του κορφιά.
Ετούτη η κουβέντα, η παράξενη πίστη και δέηση του αγοριού, πρέπει να κουβαλούσε μέσα της όλη την παντοδυναμία του πρώτου αγνού πάθους, γιατί φάνηκε να πηγαίνει στον προορισμό της την επόμενη στιγμή. Η σκιερή φυλλωσιά, σείστηκε ανάλαφρα στην αρχή κι ύστερα τα φύλλα της θρόισαν δυνατότερα, καθαρίζοντας έναν γυναικείο ψίθυρο μέσα απ’ το θρόισμά τους...

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012


http://flefalo.blogspot.com/2011/12/blog-post_22.html

Φώτης Κατσιμπούρης, «Ο Όρκος» από τις εκδόσεις Ωκεανός
(παρουσίαση βιβλίου)
του Σταμάτη Μαμούτου

Στην συνθήκη της νεώτερης ελληνικής λογοτεχνίας ένα από τα βασικά ζητήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν συγγραφείς οι οποίοι θέλουν να δημιουργήσουν έργα του Φανταστικού είναι η σύνδεση της θεματολογίας τους με την διάχυτη κουλτούρα του τόπου μας. Σε αντίθεση με τους δυνητικούς συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας της δυτικής Ευρώπης, αλλά και των περισσότερων σλαβικών χωρών, που την πρώτη ύλη του Μύθου τους μπορούν να αναζητήσουν στις επιρροές είτε του αρχαίου παγανιστικού τους πολιτισμού είτε της μεσαιωνικής ιπποτικής τους παράδοσης εντός των χριστιανικών ιστορικών τους πλαισίων, οι νεώτεροι και οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς της λογοτεχνίας του φανταστικού δεν μπορούν να ακολουθήσουν με την ίδια ευκολία μια παρόμοια διαδρομή. Κι αυτό γιατί η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει μια έντονη ιδιαιτερότητα.
Η ελληνική ιστορία λόγω του μεγάλου της βάθους χαρακτηρίστηκε, μεταξύ των άλλων, από την ανάδυση πολλών και διαφορετικών πολιτισμικών σχημάτων. Πρώτα και κύρια, η αρχαία ελληνική περίοδος τέμνεται σε τουλάχιστον δυο πολύ βασικά πλαίσια. Α) Το μυθικό των βασιλείων της εποχής του Ορφέα και του Ομήρου, εντός του οποίου το φαντασιακό στοιχείο ήταν ισχυρό και β) το κλασικό της περιόδου των πόλεων-κρατών, της έλευσης του Αλεξάνδρου και των (μετα)αλεξανδρινών βασιλείων, όπου η δύναμη του φαντασιακού εξισορροπήθηκε από εκείνη του Λόγου.
Η πλούσια ελληνική κλασική κληρονομιά στις τέχνες και τα γράμματα απορρόφησε με το πέρασμα των αιώνων την προσοχή των ανθρώπων του πνεύματος. Η παγκόσμια εμβέλειά της έστρεψε τα βλέμματα των Ελλήνων σε μεγάλο βαθμό επάνω της, αφήνοντας την αρχέγονη μυθική κουλτούρα, εντός της οποίας υπάρχει άφθονη πρώτη ύλη που μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για σύγχρονα έργα του Φανταστικού, κάπως «παραγκωνισμένη». Αντιθέτως, τα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη, σε μια πρώτη φάση, γνώρισαν την κλασική κουλτούρα ως αποτύπωση ενός κατακτητικού πολιτισμού (μέσω της ρωμαϊκής εξάπλωσης) και δεν την έκαναν «δική τους». Έτσι, οι λογοτέχνες των περισσότερων ευρωπαϊκών εθνών (ακόμη και σήμερα) όταν ανατρέχουν στην «αρχαία τους εποχή» συνδέονται με την αρχέγονη μυθική τους κουλτούρα.
Αλλά και στην μεσαιωνική φάση του πολιτισμού της η Ελλάδα, μολονότι αποτέλεσε την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, είχε την ατυχία να βιώσει μια ιστορική και πολιτισμική συντριβή (δηλαδή, την μακραίωνη υποδούλωση υπό τον τουρκικό ζυγό). Η εξέλιξη αυτή την οδήγησε στην απώλεια της αριστοκρατίας της, κι αυτή με τη σειρά της στην απώλεια της «υψηλής της κουλτούρας». Το αποτέλεσμα ήταν να απομείνει στην Ελλάδα η απομονωμένη δημοτική της κουλτούρα, η οποία –όπως πολύ χαρακτηριστικά έχουν δείξει οι έρευνες του Γκαίτε και άλλων στοχαστών- διατήρησε αρκετή από την στιλπνότητα και κάτι από τον λυρισμό της κλασικής κουλτούρας. Εμείς, όπως έχουμε γράψει και σε παλαιότερα άρθρα, είμαστε σε θέση να ανιχνεύσουμε στοιχεία του πνεύματος της αρχέγονης εποχής (που στην μεσαιωνική ιπποτική κουλτούρα είχε αναβιώσει), σε λαϊκούς θρύλους και τραγούδια, τα οποία έφτασαν μέχρι τις ημέρες μας. Η διαφορά με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά έθνη είναι ότι η τουρκική κατοχή δεν επέτρεψε να δημιουργηθεί μια ελληνική πνευματική ελίτ, που θα μπορούσε να είχε επεξεργαστεί σε επίπεδο «υψηλής κουλτούρας» τα στοιχεία αυτά ώστε να μπορούμε οι σημερινοί Έλληνες να τα χρησιμοποιήσουμε με ευκολία, (ενώ και οι επιρροές του ελληνικού Ρομαντισμού –εντός των πλαισίων του οποίου έλαβε χώρα μια τέτοια προσπάθεια- έπαψαν μετά το 1880, όπως δείξαμε στο πέμπτο μέρος του «δοκιμίου για την φανταστική λογοτεχνία», που δημοσιεύθηκε στο 5ο τεύχος του περιοδικού «Φανταστική Λογοτεχνία»).
Εφόσον στα «μυθικά» πεδία του ελληνικού πολιτισμού οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς του Φανταστικού δεν έχουν εύκολη πρόσβαση, οι επιλογές που μένουν είναι δυο. Ή να εισέλθουν σε μυθικά πεδία άλλων εθνών ή να δοκιμάσουν να αναδείξουν τα δυσπρόσιτα δικά τους. Και οι δυο είναι θεμιτές, εφόσον το λογοτεχνικό αποτέλεσμα που προκύπτει είναι καλό. Ωστόσο, η δεύτερη είναι σαφώς πιο δύσκολη και απαιτεί μεγαλύτερο ρίσκο.

Ο Φώτης Κατσιμπούρης στο βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Ο Όρκος» έκανε την δεύτερη επιλογή. Πρόκειται για μια απόφαση που αξίζει ένα εύγε για το θάρρος της. Πόσο μάλλον όταν το αποτέλεσμα είναι αξιοσημείωτο.
Ο Φώτης με τον «Όρκο» κάνει ένα μεγάλο δώρο στην ελληνική λογοτεχνία του φανταστικού. Της προσφέρει ένα πραγματικά αξιόλογο έργο. Παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα που ενώ θεματικά είναι σφυρηλατημένο στον εσώτερο πυρήνα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης δεν υστερεί καθόλου σε «ατμόσφαιρα fantasy» από τα αντίστοιχα δυτικά. Αν θελήσουμε να το κατατάξουμε σε κάποια από τις κατηγορίες της φανταστικής λογοτεχνίας, θα συμπεράνουμε ότι βρίσκεται ανάμεσα στο επικό και στο ιστορικό μυθιστόρημα.
Ο λόγος του Φώτη είναι επικός, ρομαντικός και διαθέτει μια ιδιάζουσα ατμοσφαιρικότητα, που τον βοηθά να δημιουργήσει ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα του Φανταστικού, στο οποίο εκφράζει με αυθεντικό τρόπο την μεσαιωνική, ελληνική, λαϊκή κουλτούρα. Όπως είναι αναμενόμενο από τα όσα έχω αναφέρει μέχρι εδώ, ως συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά την βυζαντινή ιστορία, πράγμα που κάνει το θέμα του μυθιστορήματός του να ευδοκιμεί στο μεσαιωνικό περιβάλλον που το έχει «τοποθετήσει».
Η αφήγηση δεν βασίζεται στην καταιγιστική δράση. Ωστόσο, διαθέτει μια σταθερή πνοή, που κάνει την υπόθεση να μην βαλτώνει και να ρέει ομαλά ως το τέλος. Οι πολεμικές περιγραφές είναι πολύ καλές. Ισάξιες με εκείνες ξένων αναγνωρισμένων λογοτεχνών του Φανταστικού.
Μια απ τις κορυφαίες στιγμές του έργου αποτελεί το τρίτο κεφάλαιο, στο οποίο περιγράφεται η απόπειρα ενός ιππότη να κατέβει στο βασίλειο του Άδη. Με τρεις παραγράφους του εν λόγω κεφαλαίου, θα κλείσω το άρθρο ευχόμενος στον Φώτη Κατσιμπούρη να είναι καλοτάξιδο το ωραίο του βιβλίο.
«Στο βάθος, πέρα από τις νησίδες, τα μεγάλα πλατάνια, οι ιτιές και οι οξυές συνέχισαν να παίρνουν αλλόκοτα σχήματα, όσο περνούσε η ώρα και το φως λιγόστευε. Σε κάποια στιγμή του φάνηκε ότι πήραν το σχήμα τεράστιων ανδρών που ορθώνονταν αγριεμένοι για να παλέψουν, και την ίδια στιγμή του φάνηκε ότι άκουσε τις κραυγές τους, κάτι σαν μακρινές ιαχές, κάτι σαν σβησμένες βροντές…

Δεν έπεσε έξω σε αυτό που φοβόταν. Αν και είχε χαμηλώσει το βλέμμα, για να κοιτάζει μόνο την επιφάνεια της λίμνης και τη στράτα του φεγγαρόφωτου, ένας μεγάλος όγκος σαν βράχος πελώριος, ήρθε κι έπεσε μπροστά του, τινάζοντας κατά πάνω του ένα μεγάλο κύμα. Πρόλαβε να ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου σ’ εκείνον τον όγκο, και κατάλαβε ότι είχε δει το κεφάλι ενός τιτάνα να πέφτει στη λίμνη κομμένο από το χέρι του πανάρχαιου θεού.

Τόλμησε να κοιτάξει ψηλά. Ο θεός, πάνοπλος, είχε την όψη μιας πύρινης γιγαντομορφής με σκοτεινιασμένα μάτια. Μέσα τους φώλιαζαν κατακόκκινες σπινθηροβόλες κόρες που άστραφταν τον θυμό του θεού, ενώ αυτός πατούσε αγέρωχα πάνω στα δέντρα της λίμνης και ψήλωνε ως τον ουρανό, κάθε φορά που έκαμε μια κίνηση θεϊκής μανίας για να εξοντώσει τους αντιπάλους του.» 

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

 Ο ΟΡΚΟΣ
Το μυθιστόρημα ''Ο Όρκος'' είναι μια προσπάθεια μυθιστορηματικής απόδοσης-αναδημιουργίας της παραλογής ''Του Νεκρού Αδερφού''. Διαδραματίζεται στη μεσαιωνική Νικόπολη της Ηπείρου, τον 9ο αι. μ.Χ. Σε μια εποχή θεοκρατίας, συγκρούσεων και ακλόνητων κοινωνικών στερεοτύπων που οι ιστορικοί έχουν ονομάσει εποχή των σκοτεινών χρόνων, δύο αδέρφια, η Αρετή και ο Κωσταντής, τολμούν να ονειρεύονται. Ονειρεύονται και θέλουν να χτίσουν τους δικούς τους κόσμους πάνω στη γοητευτική ομίχλη των παραμυθιών της γιαγιάς τους, της βάβως Αρετής. Η βία των καιρών παίρνει από τη ζωή τον πατέρα τους νωρίς. Κάποτε η εποχή της αθωότητας τελειώνει. Η Αρετή θα ερωτευτεί έναν ξένο, το Βάραγγο Χάραλντ, τον ποιητή-πολεμιστή που θα έρθει ως επισκέπτης στο σπίτι τους. Ο Κωσταντής θα στηρίξει την επιλογή της αδελφής του πηγαίνοντας αντίθετα στη θέληση των αδελφών του. Προκειμένου η Αρετή να παντρευτεί τον άντρα που αγαπά και να ξενιτευτεί στη μακρινή χώρα του, ο Κωσταντής θα πάρει όρκο βαρύ κι αμετάκλητο στη μάνα του: να τη φέρει πίσω, αν ποτέ χρειαστεί, ακόμα και νεκρός. Τα παιχνίδια της μοίρας θα κάνουν αναγκαία την εκπλήρωσή του Όρκου. Ο Κωσταντής θα πρέπει να φέρει πίσω την ξενιτεμένη από την υπερβόρεια χώρα του κύρη της, ξεκινώντας το ταξίδι του από τον κόσμο της ξωθιάς Αχερώς, ένα ταξίδι πέρα από το θάνατο. Σύντομα θα ανακαλύψει πως ο όρκος του ισοδυναμούσε με κατάρα.


O ΣΚΙΟΦΥΛΑΚΑΣ απόσπασμα

Ο Ρινάλντο, φύλαξε το χειρόγραφο μαζί με όλα εκείνα τα σημαντικά και τα σπουδαία, που φυλάνε οι άνθρωποι κάθε εποχής και σαν τέτοιο πήγε από γενιά σε γενιά, από πατέρα σε παιδί, ταξιδεύοντας διακόσια χρόνια.
Κάποιος απόγονός του σκέφτηκε να το αποθανατίσει ασφαλέστερα, τυπογραφώντας το κατ’ αρχήν στην γλώσσα που γράφτηκε, ακολουθώντας έτσι μιαν επιθυμία φίλων της ελληνικής παροικίας. Αργότερα ίσως να το μετάφραζε στη γλώσσα του.
Όμως, το παράξενο χρονικό του Ευστράτιου δεν προοριζόταν για τους πολλούς, γιατί αυτό ήταν αντίθετο στη θέληση αυτού που διέταξε τη συγγραφή του. Έτσι, το αρχικό χειρόγραφο κάηκε με περίεργο τρόπο στο τυπογραφείο και η έκδοση δεν προχωρούσε πέρα από το πρώτο αντίτυπο.  Πάντα συνέβαινε κάτι περίεργο που κατέστρεφε κάθε επόμενο.
Στο πρώτο αντίτυπο προστέθηκαν λιθογραφίες με τις εικόνες των προσώπων και την δράση τους. Ο ζωγράφος έλεγε ότι τις εμπνεόταν στον ύπνο του και έλεγε πως αυτή θα ήταν η τελευταία του δουλειά, χωρίς να στενοχωριέται καθόλου γι’ αυτό. Τελειώνοντας την τελευταία λιθογραφία, πέθανε στον ύπνο του.
Την τελευταία φορά που επιχειρήθηκε η ανατύπωσή του, τα τυπογραφικά στοιχεία διαλύθηκαν κυριολεκτικά σε θρύμματα, ενώ ο χειριστής βρέθηκε να προσπαθεί να τυπώσει την παλάμη του, βάζοντάς την κάτω από το χαρτί και πιέζοντάς την με τον κύλινδρο, μέχρι που μάτωσε το χαρτί.
Έτσι ο απόγονος του Ρινάλντο θεώρησε κακό ακόμα και να κατέχει το αρχικό αντίτυπο, συνδυάζοντας κάποια ατυχήματα που είχαν συμβεί στο σπίτι, με το βιβλίο.
 Το πούλησε σε έναν Έλληνα έμπορο της παροικίας για να το ξεφορτωθεί. Ο άπληστος έμπορος, θεώρησε ότι η κατοχή του βιβλίου θα του έφερνε καλή τύχη και λεφτά-επειδή η οικογένεια Βόλπι είχε αποκτήσει πολλά από δαύτα- .
Η απληστία όμως και το χρήμα θεωρείται ύβρις για τον εντολέα του βιβλίου, έτσι στο σπίτι του εμπόρου άρχισαν να συμβαίνουν διάφορα περίεργα ατυχήματα. Το ξεφορτώθηκε κι αυτός με τη σειρά του όσο όσο σε έναν καπετάνιο, που έβαζε ρότα συχνά για τα λιμάνια της Ανατολής.
Το πρώτο ταξίδι που είχε προορισμό την Χίο, κόντεψε να γίνει αληθινή καταστροφή για τον καπετάνιο. Οι ναύτες εκνευρίζονταν εύκολα, βλαστημούσαν και τσακώνονταν μεταξύ τους πέρα από το συνηθισμένο και αποτολμούσαν να βγάλουν γλώσσα ακόμα και στον ίδιο.
 Μια φορά ο πλοηγός καβγάδισε μαζί του, έβγαλε μαχαίρι και τον απείλησε. Τέλος μια ανύπαρκτη, στην αρχή του ταξιδιού, τρύπα στην ίσαλο γραμμή του σκάφους, έμπαζε νερά και ανάγκασε τον καπετάνιο να δέσει στα ανοιχτά μιας πόλης στη νότια Πελοπόννησο.
Πρώτη δουλειά του καπετάνιου, μόλις πάτησε το πόδι του στη στεριά, ήταν να πουλήσει το βιβλίο σε εξευτελιστική τιμή για να το ξεφορτωθεί. Οι φήμες που είχε ακούσει γι’ αυτό δεν ήταν βλακείες, όπως είχε πει στην αρχή. Το πούλησε σε ένα μαγαζί που βρισκόταν σε κάποιο δρομάκι κοντά στην εκκλησία της πόλης. Όσες φορές τον ξανάβγαλε η ρότα του καραβιού σ’ αυτή την πόλη, δεν μπόρεσε να ξαναβρεί ούτε το μαγαζί, ούτε και το στενό δρόμο δυτικά της πλατείας…
Το χειρόγραφο, έκανε όλη αυτή τη διαδρομή για να γίνει βιβλίο και να αντέξει έτσι πέντε αιώνες, προκειμένου να καταλήξει στον προορισμό του. Στην οδό "Φοινίων" κι από κει, εκεί που έπρεπε